Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2010

Το σαμάρι σου ξάδερφε αργεί!

Ανέβηκα λοιπόν χτες απόγευμα στη Βολισσό να βρω τον Θωμά, να δω πού βαστάει η εργασία για το σαμάρι που παράγγειλε ο αγαπημένος ξάδερφος ο Δημήτρης, να το πάρει σπίτι του στην Αμερική για να θυμάται το χωριό, κι ο σαμαράς είχε κέφια.
Βρε καλώς το Γιαννάκη, ίντα κάμνεις; Καλή χρονιά κιόλας. Διαβάζω τα κατορθώματά σου στις εφημερίδες! Μεταφράσεις στα τούρκικα, τιμές και δόξες, πρόσεχε όμως τους Τούρκους και είναι διπλομούρηδες! Άσε που όλο με αυτά ασχολείσαι πια και τα άλλα που σου δειξα εκείνη τη μέρα δεν τα δημοσίεψες ακόμα.
Τα άκουσα με το καλησπέρα δηλαδή! Πράγματι, έχω αδημοσίευτο ένα καταπληκτικό οδοιπορικό μαζί του και πρέπει να το φτιάξω. Γύρισα την κουβέντα στο σαμάρι για να γλιτώσω και για να του δείξω πως κι εκείνος δεν έχει κάνει καμιά πρόοδο εργασιών επί του ζητήματος από το καλοκαίρι κι εδώ!
Έχω τα ξύλα έτοιμα, να τα σκαρώσω, να τα ξεγυρίσω, είπε αλλά αυτά μου τα είχε πει και την προηγούμενη φορά! Με είδε πως τον κοιτάζω με πονηρό χαμόγελο και κατάλαβε. Δεν έχω μόνο εκείνο, δικαιολογήθηκε, άλλα τέσσερα έχω παραγγελία, για σαλόνια, στην Κέρκυρα, στην Αθήνα… Μου ’δειξε κάτι σκόρπια ξύλα, τούτο είναι το δικό σου, μου είπε με περηφάνια! Να, εδώ έχω σημαδεμένες τις παΐδες, τούτα τα ξύλα είναι καρυδιές και πλατάνια, να βλέπεις; Τις έχω σημαδεμένες, να τις κόψω.
Κι ύστερα έπιασε να μου αναλύει τη δουλειά διότι ξέρει πως αυτό είναι που με ενδιαφέρει κι έτσι η κουβέντα θα στρέψει, από την αργοπορία στη λαογραφία!
Τρία μέρη έχει το σαμάρι, έπιασε να λέει. Το πισάδι, ο νώμος και οι παΐδες. Το τέταρτο μέρος είναι το ντύσιμο. Όπως είναι αυτά τα σαμάρια απέναντι, μου έδειξε κάποια σχεδόν έτοιμα στην άλλη μεριά του εργαστηρίου. Τα ’χω φτιαγμένα, έτοιμα να τα ντύσω. Με κετσέ, με πανί, με πετσί. Τούτο είναι καινούριο, έπιασε ένα. Θα ’τοιμαστεί να πάει στην Κέρκυρα αυτό.
Τον ρώτησα για τις παΐδες. Οι παΐδες λέγονται απανινές, μεσιανές και κατινές, τις ονομάτιζε και τις χάιδευε μια μια με το δάχτυλο. Και τούτα είναι τα σκαρβέλια, απάνω στο πισάδι. Εκεί απάνω δένεις τα σκοινιά άμα φορτώνεις. Τον ρώτησα πώς έκανε τη δουλειά παλιότερα, αν έπαιρνε μέτρα στα γαϊδούρια, στα μουλάρια.
Απλά έβλεπα το ζο και το κανόνιζα, αποκρίθηκε. Πρέπει να ξέρεις, να κόβει το μάτι σου και να πιάνουνε τα χέρια σου. Τώρα όμως εμεγάλωσα, η ηλικία μου δεν είναι πια για να δουλεύω γρήγορα, έχω και τόσες άλλες δουλειές, έχω και μελίσσια και τα ’τοιμάζω τώρα που είναι ο καιρός λίγος, τα καθαρίζω, τα καίω, να φύει μικρόβιο και περνάω την κερήθρα με ένα εργαλείο που κολλάει τα σύρματα κι είναι έτοιμο ύστερα να τοποθετήσομε το μελίσσι μέσα, δικαιολογήθηκε ξανά.
Τον κατανόησα, πολλές δουλειές έχεις ανοιγμένες, του είπα. Πολλές δουλειές αλλά τι να κάμομε; Το θέμα με τη δουλειά είναι πως ό,τι και να κάμεις, ό,τι και να ’χεις έτοιμο, ποτές δε θα ’ρτει κανένας να σου πει γιατί το ’τοίμασες. Αντιθέτως, όλο και κάποιος θα περάσει καμιά φορά και θα το χρειάζεται. Ήξερα εγώ πως θα βρεθεί ο άλλος από την Κέρκυρα να ρτει εδώ να θέλει σαμάρι;
Είπε τη φιλοσοφία του και μ’ αποζημίωσε ο Θωμάς!

1 σχόλιο: