Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2009

Πάνω στην αλλαγή του χρόνου

Μπεν μπιλίριμ πού κοιμάσαι, μα κορκάριμ γκελμεγίμ, σαν το μάθει η μαμά σου, σόνρα νέρντε κατσαγίμ, τραγουδούσε δέκα λεπτά πριν μπει το 2004 ο μπάρμπα Γιάννης Βάντσος στο μικρό του σαλονάκι στ' Αγρίδια της Ίμβρου. Μαζί αλλάξαμε τη χρονιά τότε.
Παραμονή πρωτοχρονιάς ήτανε όταν ακολούθησα μια ισχυρή παρόρμηση και πέρασα από τη Χίο απέναντι στον Τσεσμέ. Φτάνοντας δίχως στόχο στο τεράστιο οτογκάρ, τον σταθμό των υπεραστικών λεωφορείων της Σμύρνης δηλαδή, πήρα ενστικτωδώς το πρώτο πούλμαν που έφευγε για Τσανάκαλε κι απο κει με το βαπόρι της γραμμής πέρασα στην Ίμβρο. Δεν είχα ξαναπάει ποτέ κι έφτασα 31 Δεκεμβρίου '03 στις 8.30 το βράδυ, τρισήμισι ώρες πριν αλλάξει ο χρόνος δηλαδή.
Ένας ταξιτζής με οδήγησε σε κάποιο παραλιακό υπερπολυτελές ξενοδοχείο όπου κατά τα λεγόμενά του θα πήγαινε όλο το νησί για ρεβεγιόν μα εγώ μόλις το είδα έφριξα και του ζήτησα να με πάει σ' ένα χωριό δίχως πολύ κόσμο και κυρίως δίχως πολυτέλειες. Μόνο στο Τεπέκιοϊ, στ' Αγρίδια δηλαδή, έχει ξενώνα, είπε, αλλά ίσως να μην είναι ανοιχτός τέτοιον καιρό.
Δεν πειράζει, πάμε. Κι αρχίσαμε ν' ανεβαίνουμε τα βουνά μέσα στα σκοτάδια του Θεού.
Φτάσαμε εκεί ψηλά στο χωριό κατά τις δέκα το βράδυ και αντικρύσαμε τον ξενώνα κλειστό. Πήρε μεγάλη απογοήτευση ο ταξιτζής, κόντεψε να σκάσει από τη στεναχώρια του και πάρκαρε στην πλατεία για να σκεφτεί πώς μπορεί να εξυπηρετήσει αυτόν τον παράξενο πελάτη που του 'τυχε παραμονιάτικα. Ήτανε βέβαιος πως θα κάνει πρωτοχρονιά μέσα στο ταξί γυρίζοντας απάνω κάτω το νησί για να μου βρει κατάλυμα και έκανε προσπάθειες να με πείσει ότι δεν υπάρχει τίποτε άλλο εκτός από εκείνο το παραλιακό συγκρότημα όπου με είχε πάει στην αρχή.
Εκεί που σταθμεύσαμε όμως, στην πλατεία, είδα απέναντι ημιφωτισμένο και θολό το ωραιότερο καφενείο της ζωής μου. Ξυλόσομπα, τεζιάκι πράσινο και μια παρέα πέντε γέρων να παίζουνε χαρτιά σκυμμένοι στο τραπέζι. Ατμόσφαιρα από άλλην εποχή. Άσε με εδώ και φύγε, του είπα τότε αποφασιστικά κι εκείνος άνοιξε το στόμα του σαν χάνος. Πού θα μείνεις; Στο καφενείο. Είδα κι έπαθα να τον διώξω, δεν ήθελε να μ' αφήσει στην ερημιά, ένιωθε μεγάλη την ευθύνη μου. Πήρα το σακίδιό μου, τον πλήρωσα με το ζόρι, κατέβηκα από το αυτοκίνητο και μπήκα στο καφενείο. Γυρίσανε άπαντες οι θαμώνες και με κοιτάξανε σαν να βλέπανε φάντασμα. Τους καλησπέρισα στα ελληνικά, το ίδιο κι αυτοί. Ήτανε όμως σφιγμένοι, κουμπωμένοι και ως το τέλος έτσι παραμείνανε. Ο μπαρμπα Γιάννης όμως ήτανε πρόσχαρος και ανοιχτός από την πρώτη κιόλας ώρα. Ποιος Θεός σε καταράστηκε και βρέθηκες στην Ίμβρο τέτοιον καιρό, με ρώτησε, κι αμέσως, χαμογελώντας κατευθύνθηκα δίπλα του. Κάθισα κοντά τους κι εκείνοι συνεχίσανε για καμιά ώρα ακόμα το παιχνίδι τους λέγοντας διάφορα αστεία του βίου τους και γελώντας τρανταχτά.
Κάποτε το αποφάσισα και ρώτησα τον μπάρμπα Γιάννη, που ήτανε πολύ καταδεκτικός μαζί μου, αν έχει κάνενα μέρος για να με κοιμήσει απόψε. Δεν απάντησε αμέσως αλλά το επεξεργάστηκε. Ύστερα από αρκετή ώρα κι ενώ νόμιζα ότι προσπέρασε αδιάφορα το αίτημα μου, δήλωσε με αποφασιστικό ύφος στην ομήγυρη ότι ο μουσαφίρης απόψε θα κοιμηθεί σπίτι του. Ένιωθε χρέος του να δώσει λογαριασμό στους χωριανούς, όχι σε μένα κι έτσι ανακοίνωσε την απόφασή του σ' εκείνους.
Σαν αρχίσανε λοιπόν ο ένας μετά τον άλλον να αποχωρούνε από το καφενείο για να κάνουνε πρωτοχρονιά με τις γριές τους, να πάρουνε τηλέφωνο και τα παιδιά τους στην Ελλάδα για ευχές, ακολούθησα κι εγώ τον μπάρμπα Γιάννη μέσα στα κακοτράχαλα σκοτεινά σοκάκια του χωριού. Η οικογένειά του όπως και ο ίδιος μένανε τα τελευταία τριάντα χρόνια στη Θεσσαλονίκη αλλά εκείνος είχε πάει στο χωριό για τις ελιές, κι ήτανε η μόνη χρονιά που ξέμεινε εκεί ως τις γιορτές δίχως κανένα ουσιαστικό λόγο. Θεομόναχο θα τον έβρισκε ο νέος χρόνος αν δεν με είχε καταραστεί ο θεός να βρεθώ εκεί! Κι εγώ θεομόναχος στο κρύο και στην αφιλόξενη ερημιά θα έμενα αν δεν είχε ξεμείνει να με περιμένει. Ο καθένας και το τυχερό του.
Έτσι κάτσαμε παρέα στο εργένικο τραπέζι του. Με ελιές, τυρί και παξιμάδια, με τραγούδια και μνήμες από την παλιά ζωή στο χωριό τσουγκρίσαμε τα ποτήρια με το γενί ρακί και ευχηθήκαμε ο ένας στον άλλον για το 2004 που έμπαινε φουριόζο και φιλόδοξο. Πήραμε και την οικογένειά του τηλέφωνο στη Σαλονίκη κι ακούσαμε ευχές από την Ελλάδα. Δώδεκα και είκοσι ήμασταν στα κρεβάτια μας και το πρωί με ξύπνησε νωρίς με τσάι και παξιμάδια, ρούφα το πρωινό σου μου είπε για να πάμε στην εκκλησία! Και μπήκα πρωτοχρονιά του τέσσερα σε εκκλησία κι ήτανε σαν να μην έχω ξαναμπεί ποτέ. Όπως και ο ελληνοτουρκικός καφές που ήπια μετά τη λειτουργία στο καφενείο ήτανε σαν ο πρώτος της ζωής μου.

Φέτος έμαθα από τον Μάκη Καμπουρόπουλο, Ίμβριο φίλο που ζει στην Πόλη και διδάσκει στη Μεγάλη του Γένους Σχολή ότι ο μπάρμπα Γιάννης έχει το παρατσούκλι Γενικός, υποθέτω επειδή είναι το λύσε και το δέσε στο χωριό, έμαθα ακόμα ότι, όπως συνήθως, δεν ήτανε φέτος τα Χριστούγεννα εκεί, έμεινε κοντά στην οικογένειά του, στη Θεσσαλονίκη. Τότε όμως που έπρεπε ήτανε εκεί, μάλλον με περίμενε για να ζήσω μαζί του την αξέχαστη πρωτοχρονιά της ζωής μου. Σ' ευχαριστώ για άλλη μια φορά μπάρμπα Γιάννη. Τις τελευταίες ώρες κάθε χρόνου εσένα θυμάμαι.

Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2009

Ευχές

Τα 7 boforia σάς εύχονται καλοτάξιδο το 2010!

Αυτοκόλλητο στα Εξάρχεια

Ο Υπουργός Προ. Πο Μιχ. Χρυσοχοΐδης σάς εύχεται ευτυχισμένο το 1967!

Γνωμικόν

Κάλιο 2010 και στο χέρι παρά 2009 και καρτέρι!

Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2009

Χριστιανική αγάπη

Είναι λίγο πριν φύγει το 2009, πρωί, περίπου εννιά η ώρα και τα βήματά μου τυγχάνουν έξω από έναν μητροπολιτικό ναό όπου γίνονται διάφορες εργασίες. Ο καντηλανάφτης φροκαλίζει την αυλή, ο παπάς πηγαινοέρχεται από την εκκλησία στην αίθουσα δεξιώσεων και τούμπαλιν, η γριούλα μαυροφόρα και κάπως καμπουριαστή καθαρίστρια με το ξεσκονόπανο στο χέρι καθαρίζει τα παντζούρια της αίθουσας. Όλα δείχνουνε να ετοιμάζονται για τις μεγάλες μέρες της αγάπης.
Στην πρωινή ερημιά του δρόμου έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση ένας άνθρωπος ανάπηρος που περπατάει με δυσκολία κι έχει κρεμασμένο στο παράλυτο χέρι του ένα καλαθάκι με ξηρούς καρπούς, τους οποίους υποψιάζομαι ότι πουλάει στη γύρω περιοχή για να εξοικονομήσει κατιτίς και να μπορεί να ζήσει.
Και τότε συμβαίνει το μοιραίο. Λίγο πριν συναντηθούνε οι διαδρομές μας, πέντε περίπου μέτρα πριν φτάσει κοντά μου, σκοντάφτει. Τα ανάπηρα πόδια του δε μπορούν να τον βαστήξουν, τα σχεδόν παράλυτα χέρια του δε μπορούν να τον στηρίξουν κι έτσι βρίσκεται στο λεπτό πεσμένος φαρδύς πλατύς στην άσφαλτο χτυπώντας με ορμή το κεφάλι του στο κράσπεδο του πεζοδρομίου. Ξαφνικά γέμισε ο τόπος φυστίκια κι αίμματα και η ατμόσφαιρα κραυγές. Έτρεξα κοντά του και προσπάθησα να τον σηκώσω ενώ αιμορραγούσε ανεξέλεγκτα από το μέτωπο. Ήταν βαρύς με το παλτό που φορούσε και η αναπηρία τον έκανε δυσκίνητο. Δυσκολευόμουν και έψαχνα με το μάτι ολόγυρα για βοήθεια. Ανασηκώθηκα κάπως και είδα τον παπά της εκκλησίας να βγαίνει τρέχοντας από την αίθουσα δεζιώσεων. Ανακουφίστηκα στη βοήθεια που πλησίαζε αλλά γρήγορα έμεινα εμβρόντητος, έπεσα από τα σύννεφα διότι τον έβλεπα να έρχεται φωνασκώντας με ύφος απειλιτικό κατά πάνω μου και εννοώντας να σώσει τον ανάπηρο ενορίτη του από τα χέρια του επίδοξου κλέφτη που τον έριξε κάτω βίαια για να του πάρει την πενιχρή είσπραξη!
Ο άνθρωπος αιμορραγούσε μες στο δρόμο κι εγώ προσπαθούσα να πείσω τον παπά ότι πρέπει να με βοηθήσει να τον σηκώσουμε διότι δεν τον έριξα εγώ κάτω, απλά ήμουν αυτόπτης μάρτυρας στην ατυχή του πτώση! Και σαν ο παπάς επείσθη ότι λέω την αλήθεια άρχισε να τρέχει απάνω κάτω στο μικρό δρομάκι, να τρίβει τα χέρια του και να φωνάζει αγχωμένος συνεχώς "τι θα κάνουμε τώρα, τι θα κάνουμε τώρα"! Ο καντηλανάφτης ακούμπησε πάνω στη σκούπα του και έβλεπε το θέαμα του τραυματία και του παπά να τρεχοβολάει σαν μαύρη σβούρα κι εγώ φώναζα στους δυο τους να αφήσουνε ο ένας τις υστερίες και ο άλλος το χάζι και να πάρουνε τηλέφωνο στο ΕΚΑΒ, να στείλει ασθενοφόρο! Ώσπου εκείνη την ώρα έρχεται στο στενό δρόμο ένα αυτοκίνητο και σταματάει πίσω από την πλάτη μου και τον πεσμένο κατάχαμα άνθρωπο. Ανασηκώνομαι πάλι και βλέπω στη θέση του οδηγού έναν άλλον παπά να έχει σταυρώσει τα χέρια του στο στήθος και να περιμένει πότε θα σηκώσουνε το εμπόδιο από το δρόμο για να μπορέσει να περάσει! Έγινα έξαλλος, τόσο έξαλλος που βρήκα τη δύναμη να σηκώσω μόνος μου τον χτυπημένο και να τον βάλω να καθίσει στην άκρη, σε ένα σκαλοπάτι. Ο παπάς-οδηγός πέρασε και εξαφανίστηκε, ο παπάς-υστερική σβούρα τριγυρνούσε ακόμα πάνω κάτω στο δρομάκι τρίβοντας τα χέρια του και αναρωτόμενος τι θα κάνουμε τώρα, ο καντηλανάφτης ήτανε ακόμα ακουμπιστός πάνω στη σκούπα και κοιτούσε σαν χαμένος και, το κερασάκι στην τούρτα, βγάζει η γριά καθαρίστρια το κεφάλι της από το παντζούρι όπου έκανε τα τζάμια και βλέποντας τον ζαλισμένο τραυματία να κάθεται από κάτω, του λέει με ύφος αυστηρό: "Αφού παιδάκι μου είσαι ανάπηρος, γιατί βγαίνεις από το σπίτι σου;"
Τότε είπα στον εαυτό μου "φύγε διότι θα κάνεις φονικό και θα μπλέξεις χριστουγεννιάτικα". Τους άφησα τον τραυματία αμανάτι για να τον παραδώσουνε στο ασθενοφόρο που ήλπιζα ότι θα καλέσουνε κι έφυγα βέβαιος ότι ο παπάς τουλάχιστον θα έκανε και μαθήματα χριστιανικής ηθικής και αλληλεγγύης στους τραυματιοφορείς που θα κατέφταναν, διότι αν δεν ήτανε εκείνος να στέκει έξω από την εκκλησιά τη στιγμή που έπεσε κάτω ο άνθρωπος, τώρα ίσως να είχε ξεμάξει κατάδρομα και να μην τον έβρισκε ο νέος χρόνος τον άμοιρο.

Οι γάτες του Τζιχάνγκιρ

Όταν ξυπνούσε το πρωί ο Μωάμεθ και έβλεπε τη γάτα να κοιμάται απλωτή πάνω στον μανδύα του προτιμούσε να βγει έξω στο κρύο δίχως αυτόν παρά να την ενοχλήσει για να τον πάρει. Αυτή και μόνο η δοξασία ήταν αρκετή για να αναγορεύσει τα γατιά ως σεβάσμια πλάσματα στον μουσουλμανικό κόσμο, γεγονός που ισχύει μέχρι σήμερα.
Τέτοιες σκέψεις περνάνε από το νου τούτες τις μέρες των χριστουγέννων μιας και ο δικός μας Μωάμεθ, ο Χριστούλης δίδαξε την αγάπη προς τον άνθρωπο δίχως να αφήσει τίποτα πίσω του σχετικά με τα ζωάκια, εκτός ίσως από την εικόνα με το αρνάκι που χρησιμοποιεί ως κασκόλ κι εμείς το σουβλίζουμε κάθε πάσχα μάλλον για να τον βοηθήσουμε να το ξεφορτωθεί. Οι καλοί και σύγχρονοι χριστιανοί όμως, που βέβαια δεν είναι από αυτούς που πάνε ανελλιπώς στις εκκλησιές και ζουν με το φόβο της αμαρτίας και τον κομπλεξισμό της ανικανοποίητης σεξουαλικότητας, εξέλιξαν μόνοι τους την πατρώα θεωρεία, γνώρισαν τον άνθρωπο και αγάπησαν τα ζώα, ανέπτυξαν φιλοζωικά αισθήματα και δεν περίμεναν από καμιά θρησκευτική διδαχή να τους τα προπαγανδίσει.
Πριν από λίγο καιρό επισκέφθηκα για άλλη μια φορά την Ισταμπούλ και ένιωσα τόσο μεγάλη έκπληξη ζώντας και πάλι από κοντά την αρμονική συμβίωση ανθρώπων και ζώων, κυρίως γατιών, σε αυτή την πόλη. Στο κέντρο της Ιστάμπουλ και ιδίως στην αστική συνοικία του Τζιχάνγκιρ – κάτι μεταξύ Εξαρχείων και Κολωνακίου για να καταλαβαινόμαστε με όρους ελληνικούς- οι στρουμπουλές γυαλιστερές και αφράτες γάτες κυκλοφορούν ολημερίς και ολονυχτίς ανάμεσα στους θαμώνες των μπαρ, εστιατορίων και καφετεριών, τρίβονται στα πόδια τους, κάθονται στις καρέκλες τους, τρώνε από το περίσσευμά τους και δεν τις ενοχλεί, δεν τις διώχνει, δεν τις κλοτσάει και δεν τους κακομιλάει ουδείς. Σκεφτόμουνα λοιπόν ότι αν πάρω μια τέτοια γάτα και τη φέρω ξαφνικά στην Αθήνα, την αφήσω ένα πρωί «αδέσποτη» στο Κολωνάκι και αρχίσω να την παρακολουθώ, θα δω ότι στην πρώτη κλοτσιά που θα φάει θα σταθεί απορημένη και θα κοιτάει τον άνθρωπο νομίζοντας ότι αυτός σκόνταψε. Ίσως να περάσει από το μυαλό της και πως πρέπει να τον βοηθήσει. Σίγουρα πάντως δεν θα καταλάβει ότι ο άνθρωπος την κλώτσησε επειδή τη θεωρεί κατώτερο ον (πού να ’ξερε ο άμοιρος), επειδή ίσως τη σιχαίνεται ή τέλος πάντων επειδή ενοχλείται από την παρουσία της. Οι γάτες του Τζιχάνγκιρ και γενικά όλες οι γάτες της Ανατολής δεν έχουν στα γονίδιά τους την πληροφορία ότι οι άνθρωποι δεν αγαπούν τις γάτες.

Μετάφραση στα τουρκικά: Sebnem Arslan
CİHANGİR KEDİLERİ

Haz. Muhammed sabah uyanıp, kedinin sere serpe pelerinin üzerinde uyuduğunu görünce pelerinini alarak onu uyandırıp rahatsız etmek yerine dışarıya pelerinsiz çıkmayı tercih etmiş. Sadece bu kadarıyla bile kedilerin islam dünyasında, günümüzde de devam eden itibar ve saygınlık kaznmalarına yetmiş.

İnsalara karşı sevgi öğretisinden, kaşkol gibi omuzlarının üzerinde kuzuyla tasvir edildiği ikonanın dışında ve bizim de her Paskalya bayramında onu omuzlarındaki yükten kurtarmak için belki de çevirdiğimiz kuzudan başka hayvanlarla ilgili bir öğretiyi geride bırakmamış bizim Muhammedi'miz, İsa'nın doğum günü olan noel kutlamalarının yaşandığı böylesi zamanlarda bu tür düşünceler insanı meşgul ediyor.

Ancak, tabii ki, kiliselere aksatmadan giden, günah korkusuyla ve cinsel yetersizlik kompleksiyle yaşayanlardan olmayan bizim çağdaş, iyi hristiyanlarımız, kendi kendilerine ana teorileri geliştirip hayvan severlik duygularını yetileri arasına katıp, herhangi bir dini öğretinin propagandasını beklemeden insanoğlunu tanıyarak hayvanları sevdiler.

Kısa süre önce bir kez daha gittiğim İstanbul'da, bu şehirdeki insanlarla hayvanların, özellikle de kedilerin nasıl uyum içinde yaşadıklarına yeniden yakından şahit olunca şaşkınlık geçirdim. İstanbul'un göbeğinde, yunan tarzıyla daha anlaşılır olması için, bizim Atina''daki Kolonaki'yle Eksarhia semtlerinin karışımı olan bir semtteki, yani Cihangir'deki tombul, parlak tüyleriyle, yuvarlak kediler bütün gün ve gece boyunca, barların, lokantaların, kafeteryaların müdavimleri arasında dolaşıp, onların bacaklarına sürtünüyor, oturdukları sandalyelerde oturuyor, yemek artıklarından yiyorlardı ve bu durum insanları hiç de rahatsız etmediği gibi onları ne tekmeleyen, ne kovan ne de azarlayan kimse vardı.

İşte o kedilerden birini alıp Atina'ya getirsem, “başı boş” olarak Kolonaki'ye bıraksam ve uzaktan onu izlesem yiyeceği ilk tekmede dönüp adamın ona ayağının takıldığını sanarak şaşkınlıkla ona bakacağını düşünüyorum.Belki hatta onu tekmeleyen adama yardım etmesi gerektiğini bile aklından geçirecektir. Kesin olan şu ki, zavallı kedi, adamının onu en alçak seviyedeki yaratık olarak(nerden bilsin zavallı) gördüğü ya da ondan tiksindiği hatta belki de sadece varlığı adamı rahatsız ettiği için tekmelenmiş olabileceğini anlayamayacaktır. Cihangir kedileriyle, genelde Anadolu kedilerinin genlerinde insanların kedileri sevmediklerine dair bir bilgi yok.

Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2009

Ώρα καλή

Η γιαγιά στεκότανε μπροστά στο στύλο της ΔΕΗ και προσπαθούσε να αναγνώσει το κηδειόχαρτο. Είχε διαβάσει ως φαίνεται τα χοντρά και της μένανε οι λεπτομέρειες. Πήγαινε λοιπόν ένα βηματάκι μπρος ένα πίσω, αργόσερνε το κεφάλι της μια κοντά μια μακριά, δεν έβλεπε όμως το ποθούμενο. Ώσπου, την ώρα πια που έφτασα κοντά, απελπισμένη έστρεψε κατά το δρόμο, βρήκε δίπλα της έναν περαστικό και ζήτησε βοήθεια ανάγνωσης.
Τι ώρα γράφει εδώ κύριε; Δεν έχω τα γυαλιά μου.
Τρεις και μισή άκουσα τον άλλον να λέει, σκύβοντας λίγο το κεφάλι κατά το στύλο.
Ώρα καλή...

Καλού κακού καλές γιορτές!

Σήμερα γύρισε βοριάς και φάνηκε η Τουρκία πεντακάθαρα απέναντι. Όλα τα ξέπλυνε το χτεσινο σιτζίμι με τ' αστροπελέκια του. Και οι γλάροι που καθόντανε μες στο λιμάνι ήτανε σαν καινούριοι, ολόασπροι.
Σιτζίμι, ναι, έτσι το λένε ακόμα εδώ στο νησί οι παλιοί αλλά και όσοι νέοι συνεχίζουν να μιλάνε τη ντόπια γλώσσα. Από το τουρκικό σιτζίμ βγαίνει, που σημαίνει σπάγκος και είναι ένας μαγικός ιδιωματισμός. Είναι όσμωση των δυο γλωσσών. Διότι κάποτε, όταν ζούσανε εδώ κι οι δυο λαοί μαζί, λέγανε οι Έλληνες σαν βλέπανε βαριά τα σύννεφα από πάνω πως "κρέμονται νερά", το πήρανε τοις μετρητοίς οι Τούρκοι, τι είναι τα νερά να κρέμονται, σπάγκοι; Ναι λοιπόν, σπάγκοι είναι. Αφού μοιάζουνε κιόλας σαν βρέχει καταρρακτωδώς, σαν να κρέμονται σπάγκοι από τον ουρανό μοιάζει το μπουρίνι. Έτσι βγήκε το τουρκικό σιτζίμ γιαγμούρ, η βροχή με το τουλούμι δηλαδή, το ξαναπήρανε πάλι οι Έλληνες και κατά τη συνήθειά τους το κάνανε πιο εύχρηστο, πιο καθημερινό και έγινε σιτζίμι.
Με το σιτζίμι βγήκες όξω, λωλός είσαι;
Αυτός ο καιρός ευνοεί τους λωλούς, πράγματι. Δεν ξέρω πως να το εξηγήσω αλλά κάθε που ρίχνει σιτζίμια ακούω κάτι φίλους μου, γιατρούς και εμπόρους -που τον καλό καιρό παραπονιούνται για τη λειψή τους πελατεία- να λένε πως πριν φτάσουνε στο πόστο τους ν' ανοίξουνε το μαγαζί ή το ιατρείο, ήτανε ήδη ένας δυο λωλοί πελάτες απ' έξω και τους περιμένανε! Και δώστου να σταυροκοπιούνται και να μη μπορούνε να κατανοήσουνε το φαινόμενο μα δεν τους κακοπέφτει κιόλας, ειδικά τέτοιες χρονιάρες μέρες.
Έτσι βγήκα κι εγώ πρωί πρωί σήμερα μα είχε βοριαδάκι κι ήτανε έξω μόνο οι γνωστικοί. Έπεσα λοιπόν απάνω σ' έναν άλλον κυρ Γιώργη, όχι τον καπτάνιο με το Κατινάκι του αλλά τον τέως πρόσκοπο και σαν με χαιρέτισε και με είδε κάπως τυλιγμένο μέσα στο πουλόβερ και το μπουφάν, με μπεγιέντησε διότι όπως είπε φορούσα ρούχα "ρέζεγα".
Πώς το 'πες;
Ρέζεγα, μου ξανάπε πιο ευκρινώς. Γερά δηλαδή, που βαστάνε, διευκρίνησε. Δεν έχεις ακούσει που λένε "αυτός κάνει δουλειές ρέζεγες";
Από που βγαίνει αυτό δεν κατάφερα να ξεδιαλύνω παρόλο το ψάξιμο στα λεξικά της τουρκικής. Αν κάποιος μπορεί να βοηθήσει στην ετυμολογία ας γράψει ένα σχόλιο. Όσην ώρα λέγαμε για τα ρέζεγα περνάει κι ένας νεώτερος πρόσκοπος δίχως όμως να φοράει τη στολή του και στέκει να χαιρετίσει τον παλιό, τον αρχηγό.
Πού πας ρε προσκοπάκι δίχως στολή μπροστά στον αρχηγό, ίσα κι όμοια γίναμε όλοι, του λέω πειραχτικά και ο κυρ Γιώργης μ' ένα χαμόγελο και κουνώντας το κεφάλι δήθεν για την κατάντια μας, διαπίστωσε "ολούρ μου κι έναν κερεμέ" που πάει να πει αυτό ακριβώς "αφεντικά και δούλοι ίσα κι όμοια γίναμ' ούλοι" ή κατά το λαϊκότερον "πούστηδες και παλικάρια γίναμε μαλλιά κουβάρια". Τι ακούει κανείς άμα βγει πρωί πρωί στο δρόμο με καθαρό βοριά μετά από σιτζίμι!

Ενδεχόμενες δυσχέρειες πιθανόν να με κρατήσουν μακριά από το διαδίκτυο κάποιες μέρες
γι' αυτό:
Καλού Κακού Καλές Γιορτές!

Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2009

Η αγγαρεία της Σοροκάδας

"Χρόνια έχω να κοιμηθώ, μόνο άμα φυσάει βοριάς και τα καλοκαίρια με το μελτέμι κοιμάμαι όλη νύχτα", μου 'πε ο καπτα Γιώργης πριν από λίγο. Τον πέτυχα στο μόλο, μπροστά στο Κατινάκι, ένα τρεχαντήρι τριανταπέντε χρονών, κόκκινο, με πράσινο σπιράγιο και κίτρινη ρίγα στο χείλι της κουπαστής, κουβερτωμένο από πλώρα μέχρι πρύμα και φαρδύ ίσαμε τρισήμισι μέτρα, σκαρί μοναδικό, φτιαγμένο στο Πέραμα. Στεκότανε και το κοιτούσε με τα γαλάζια ξεθωριασμένα μάτια του κι ήτανε αναποφάσιστος. Είχε αναμμένο το περίβλεπτο κι έδειχνε σαν έτοιμο για να σαλπάρει. "Σκέφτομαι να φύγω, να πάω να δέσω στην άλλη μπάντα γιατί βλέπω πως τούτος ο καιρός ειν' καινούριος και θα φουσκώσει η σοροκάδα, εχτές όλη νύχτα τον είχε δυτικό και κοιμήθηκα, μα απόψε άμα δεν έχω το νου μου θα σηκωθώ το πρωί και θα το βρω κομμάτια" μουρμούρισε σαν με είδε. Πράγματι, δυο μέρες τώρα οι καιροί στο νησί είναι άτσαλοι, αλλάζει ο βοριάς με τη νοτιά στη στιγμή, εχτές ήτανε δυτικός από τ' απόγεμα με μπουρίνια κι αστροπελέκια, ούτε τ' αεροπλάνα της γραμμής δε μπορέσανε να κατεβούνε και γυρίσανε πίσω στην Αθήνα, μα ο καπτα Γιώργης είχε το κεφάλι του ήσυχο, κοιμήθηκε όλη νύχτα δίχως να τονε τρώει η αγωνία, άλλες οι σκοτούρες του καπτάνιου κι άλλες του πιλότου. Όση ώρα το μελετούσαμε το ζήτημα εκεί στο μόλο πέρασε κι ο μπάρμπα Γιάννης, "άμε το απ' εκεί μεριά", του 'πε, "να χεις το κεφάλι σου ήσυχο και θα 'ρτω εγώ με το αμάξι να σε πάρω να σε φέρω πίσω". Ο Γιώργης δεν έχει ιδέα από στεριανά, τροχοφόρα. Μονάχα με άξονες και προπέλες πακιάρεται πενηνταπέντε χρόνια τώρα, από τα δώδεκά του μέσα στο γρι γρι, μες στο Ανάργυρος, μες στο Γεώργιος, ύστερα σ' ένα μπότη εξάμετρο και τα τελευταία τριανταπέντε στο Κατινάκι που είναι η μόνη του παρηγοριά στη ζωή. Μαζί ταξιδεύουνε με όλους τους καιρούς, αβύθιστο σκαρί το Κατινάκι, όχι σαν τα τσόφλια τα καινούρια, οργώνει το Ικάριο πέλαγος, οχτώ και δέκα ώρες δρόμο από το απάγκιο του για να ρίξει τα παραγάδια. "Άμα δώσει καμιά μέρα εννιά μποφόρια και το 'κούσεις, κατέβα στο μόλο να σε πάω μια βότα", μου 'πε ο Γιώργης και σαν είδε πως τον κοιτούσα με δυσπιστία, "ούτε νιτσεράδα ούτε τίποτα, μέσα στη γέφυρα θα κάτσομε, θα βάλομε το ραντάρ να βλέπει και θα περνά το κύμα από πάνω μας και θα φεύγει, εμείς θα πηγαίνομε με οχτώ μίλα δρόμο, έτσινά μια βότα όξω από το λιμάνι θα σε πάω και θα σε φέρω πάλι μέσα" συνέχισε για να μου δείξει πως δεν αστειεύται. Όχι πως πίστευα το αντίθετο βέβαια, τον είχα δει μια Κυριακή από τις πρώτες του Νοέμβρη, πρωί ήτανε με κρύο κι ένα βοριά γεμάτο οχτάρι, το κρουαζιερόπλοιο είχε αράξει έξω από το λιμάνι και δε μπορούσε ούτε να μπει, ούτε να κατεβάσει λάντζες για να βγάλει τον κόσμο, χαλασμός γινότανε, το κύμα καβαλούσε τους λιμενοβραχίονες κι άξαφνα να το Κατινάκι, καμαρωτό, κατακόκκινο ν' αρμενίζει, μια να χώνεται και μια να υψώνεται, και να βγαίνει από το λιμάνι με κατεύθυνση νότια κι απάνω στην κουβέρτα του ολομόναχος ο καπτα Γιώργης με την κίτρινη νιτσεράδα να πηγαινοέρχεται σβέλτα από το διάκι μέχρι το κοράκι σαν να μην τρέχει τίποτα, σαν να περπατά στη μπουνάτσα της πλατείας.
Μα τώρα δεμένος στη μόνιμη θέση του στο βορινό μόλο ήτανε αγχωμένος, μην του το σπάσει η σοροκάδα, "έχει κομμάτι ψύχρα και μάλλον θα τονε γυρίσει βοριά", πιο πολύ το ευχότανε παρά το διαπίστωνε, δεν είχε όρεξη να μεταδέσει απόψε, μια βαρεμάρα τον είχε πιάσει ξαφνικά, αγγαρεία τα ταξίδια μες στο λιμάνι, φαινότανε πως δεν το 'θελε να το πιει το πικρό ποτήρι κι όλο το μελετούσε από την αρχή το ζήτημα. Πιάσανε τότε με τον μπάρμπα Γιάννη να λένε για παλιές δόξες και μεγαλεία της θάλασσας, για τα ψαρέματα στους πάγκους των Ψαρών, για μηχανές μαγκιόρες και γλυκιές που 'χανε τότε τα σκαριά, για τα ορτύκια που πέφτανε κοπαδιαστά μέσα στις λάμπες σαν ανάβανε με το γρι γρι Οκτώβρη μήνα με ψιλόβροχο, και βγαίνανε ύστερα στο λιμάνι οι ψαροπούλες με ψάρια και πουλιά ανάκατα απάνω στην κουβέρτα. Και τι δεν άκουσα όσην ώρα αναθυμούνταν οι δυο τους τις παλιές εποχές μα τώρα ούτε ψάρι ουτε πουλί δεν έμεινε πια - ούτε ψαροπούλα, σκέφτηκα- στερέψανε κι οι ουρανοί κι οι θάλασσες, στέναξε ο μπάρμπα Γιάννης κι έφυγε απογοητευμένος και με βιάση διότι ένιωσε μια ψιχάλα στο κεφάλι του, σάλταρε κι ο καπετάνιος στο Κατινάκι κι έσβησε το περίβλεπτο, η αναχώρηση αναβάλεται μέχρι νεωτέρας. "Πάμε ν' ακούσουμε τον καιρό κι άμα τονε δίνει δυτικό θα μείνω εδώ, αν πει σορόκο θα πάω απέναντι"¨δήλωσε κι ήτανε το μόνο σίγουρο αυτό, έτσι θα γινότανε ούτως ή άλλως αφού κόντευε η ώρα έξι κι άμα δεν άκουγε το δελτίο δε θα 'κανε καμιά κίνηση, αλλά δε μπορούσε και να μην κατέβει στη θάλασσα από νωρίς να το μελετήσει μονάχος. Έφυγε κατά το σπίτι του γύρισα κι εγώ στο δικό μου. Μπήκα αμέσως στο διαδίκτυο και πήρα το δελτίο με πιο σύγχρονο τρόπο, 7 μποφόρ σορόκο καθαρό τον έδινε, σε λίγο το Κατινάκι θα διασχίζει κάθετα το λιμάνι, να πάει ν' απαγκιάσει από την άλλη μπάντα, σκέφτηκα, δεν τη γλιτώνεις καπτά Γιώργη την αγγαρεία σήμερα.

Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2009

Βαρβαρότητες


Στο χωριό Καρυές της Χίου και στο οίκημα όπου έγινε στις 21 Δεκεμβρίου του 1912 η συνθηκολόγηση του Τούρκου Στρατιωτικού Διοικητή Ζιχνή Μπέη και παραδόθηκε το νησί στον ελληνικό στρατό, γίνεται την ερχόμενη Κυριακή εκδήλωση μνήμης για το συγκεκριμένο γεγονός.

Λίγα μέτρα πιο κάτω, στην πλατεία του χωριού, όπου στέκει χρόνια τώρα η νερομάνα με την βαθιά πέτρινη υδρομαστευτική γαλαρία της καθώς και η κρήνη από την οποία υδρευόταν και υδρεύεται όλος ο οικισμός, λαμβάνει χώρα εδώ και μέρες μια βαρβαρότητα.

Η απαράμιλλης τέχνης πετρόχτιστη στοά με την τριγωνική οροφή εσωτερικά, η οποία κατασκευάστηκε επί τουρκοκρατίας και θα έπρεπε να είναι χαρακτηρισμένο μνημείο από την αρχαιολογική υπηρεσία, για κάποιο άγνωστο λόγο γκρεμίστηκε σε ένα τμήμα της και αποκαταστάθηκε με τσιμέντο!
Τέτοιου είδους βαρβαρότητες συμβαίνουν καθημερινά σε όλα τα μέρη της Ελλάδας, τη μόνη ευρωπαϊκή κοινωνία που έχει ανακύρήξει την αρχαιολογική υπηρεσία ως τον μεγαλύτερο εχθρό του πολίτη και της "ανάπτυξης".

Καμιά φορά αναρωτιέμαι τι είδους άνθρωποι είναι αυτοί οι νεοέλληνες. Ειλικρινά, έχω φτάσει στο σημείο, όποτε πηγαίνω στην Κωνσταντινούπολη να λέω από μέσα μου, ευτυχώς που έμεινε στα χέρια φτωχών Τούρκων η Πόλη διότι εμείς θα την είχαμε καταντήσει Κυψέλη ή Αμπελόκηπους και θα τη βρίζαμε κι από πάνω για τα χάλια της ως "κλεινόν άστυ"...

Νέο φρούτο

Κατά τη διάρκεια των προληπτικών συλλήψεων και υπακούοντας προφανώς στις νέες διαταγές Χρυσοχοΐδη, αστυνομικοί συνέλαβαν Αλβανικής καταγωγής περιπατητή μέρα μεσημέρι εντός της Απλωταριάς (κεντρικός πεζόδρομος αγοράς της Χίου) και ου φόρεσαν χειροπέδες επειδή ο ανθρωπος δεν είχε πάνω του τα χαρτιά του.
Έτυχε να περπατάω ακριβώς δίπλα και είδα όλη τη σκηνή από την αρχή ως το τέλος. Σας την περιγράφω λοιπόν εδώ και να είστε βέβαιοι ότι έτσι ακριβώς έγιναν τα πράγματα διότι στην περίπτωση αυτή δεν ισχύει η ρωσική παροιμία "λέει ψέματα σαν αυτόπτης μάρυρας"!
Ο αστυνομικός λοιπόν έπιασε αγκαζε τον άνθρωπο, ο οποίος φοβισμένος δεν αντέδρασε καθόλου - δε θα ξεχάσω το βλέμμα του, σαν αδέσποτο σκυλί που έφαγε κλωτσιά κοιτούσε- τον πήρε στην άκρη του πεζόδρομου και του φόρεσε αμέσως χειροπέδες. Στάθηκα παράμερα και παρακολουθούσα. Κάτι λέγανε μεταξύ τους και ξαφνικά ο αστυνομικός έχωσε το χέρι του μέσα στην τσέπη τού πισθάγκωνα δεμένου ανθρώπου και έβγαλε το κινητό του τηλέφωνο. Πήρε έναν αριθμό και του το έβαλε στο αυτί για να μιλήσει αφού ο ίδιος ήτανε δεμένος και δε μπορούσε να το πιάσει. Εκεί εξοργίστηκα. Πλησίασα και ρώτησα το όργανο αν ο εν λόγω είναι ύποπτος για κάποιο αδίκημα και έλαβα την απάντηση ότι δεν έχει πάνω του ταυτότητα και χαρτιά!
Κι εγώ δεν έχω χαρτιά του είπα, βάλε και σε μένα χειροπέδες, και του έτεινα τα χέρια μου ενωμένα. Ο δέσμιος μου ψιθύριζε "άστους ρε φίλε, άστους, άστους" και ήτανε έτοιμος να βάλει τα κλάματα. Το όργανο μου συνιστούσε να φύγω και να τον αφήσω να κάνει τη δουλειά του όπως γνωρίζει. Στο λεπτό μαζεύτηκαν κι άλλοι πολίτες, περαστικοί και έμποροι από διπλανά καταστήματα οι οποίοι ζητούσαν το λόγο από τον αστυνομικό, του έλεγαν, δεν ντρέπεσαι, ο άνθρωπος είναι έτοιμος να βάλει τα κλάματα κι εσύ του φοράς χειροπέδες επειδή δεν έχει πάνω του ταυτότητα και διάφορα άλλα τέτοια.
Τότε εμφανίστηκε το περιπολικό, τον έχωσαν χειροδέσμιο μέσα και τον πήγαν στο Τμήμα.
Σε ένα λεπτό ήρθε ασθμένων ο κουμπάρος του θύματος, φέρνοντας μάλλον τα χαρτιά του και τον αναζητούσε. Τον στείλαμε κι αυτόν στο Τμήμα να πάει να βγάλει άκρη.
Αυτή είναι η νέα τάξη πραγματων, η πρόληψη που πρεσβεύει ο Υπουργός Προ.Πο
Όποιον βλέπουμε και δε μας αρέσει η φάτσα του, παίζουμε στάνταρ άσσο στο "ύποπτος - αθώος" και τον συλαμβάνουμε ακόμα και για μια απλή εξακρίβωση.
Και όλα αυτά σε μια απόλυτα ήσυχη Χίο που κι ένα κλεφτρόνι κάθε πέντε χρόνια να ξεπηδήσει, το τσακώνουνε εντός 24ώρου διότι γύρω γύρω θάλασσα...
Η τέχνη και η τύχη ενός έργου
Του Γιαννη Mακριδακη*
ΤΟΠΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ. Ενενήντα ακριβώς χρόνια πριν από σήμερα ο Γεώργιος Παπανδρέου, παππούς του νυν πρωθυπουργού, αναλάμβανε καθήκοντα γενικού διοικητή Χίου και κατέφτανε ενθουσιωδώς στο νησί για να βάλει σε εφαρμογή ένα φωτισμένο σχέδιο διοίκησης. Μεταξύ των πρωτοποριακών για την εποχή ιδεών, που φρόντισε να κάνει πράξη, ήταν και η δημιουργία Χιακής Πινακοθήκης με έργα που είχαν ως θέμα κυρίως την Ελληνική Επανάσταση και την απελευθέρωση του νησιού από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία είχε λάβει χώρα μόλις επτά χρόνια πριν. Ανέθεσε λοιπόν στον ζωγράφο Ευάγγελο Ιωαννίδη να φιλοτεχνήσει πορτρέτα πεσόντων στις πρόσφατες μάχες, αλλά και να αντιγράψει παγκοσμίως ξακουστά έργα όπως το «Η Σφαγή της Χίου» του Ευγένιου Ντελακρουά. Ο Ιωαννίδης πράγματι ανταποκρίθηκε, ταξίδεψε στο Παρίσι, αντέγραψε πιστά τον εν λόγω πίνακα και τον παρέδωσε στον εντολέα του για να τοποθετηθεί μαζί με τα υπόλοιπα έργα στην ειδική αίθουσα - πινακοθήκη, που διαμορφώθηκε εντός του κτιρίου της νομαρχίας Χίου (βλ. Ανδρ. Μιχαηλίδης, εφ. «Αλήθεια» φ. 4.872, 9 Δεκ. ’09).
Χωρίς θέση από τότε
Από τότε και μετά ξεκινάει το μαρτύριο αυτού του έργου τέχνης, το οποίο μέσα στα ενενήντα περίπου χρόνια της ζωής του στάθηκε για μια φορά απόλυτα τυχερό γλιτώνοντας την καταστροφή, αλλά και τόσο μα τόσο άτυχο, αφού μέχρι σήμερα δεν έχει βρει ακόμη μόνιμη θέση για να εκτίθεται και γίνεται κατά καιρούς εύκολο θύμα εκμετάλλευσης από επιτήδειους, έχοντες μικροπολιτικά συμφέροντα.
Η περιπέτειά του ξεκινάει το 1922, όταν κατά την τελετή εγκαινίων του αρχαιολογικού μουσείου Χίου που στεγάστηκε στο Μετζητιέ Τζαμί, ο τότε νομάρχης Σταυρινίδης για να εντυπωσιάσει τον βασιλιά Κωνσταντίνο που ήταν παρών μετέφερε τον πίνακα από τη νομαρχία στον χώρο του νέου μουσείου, εμφανίζοντας τον εαυτό του ως δωρητή του έργου! Αυτή η παράτυπη ενέργειά του, η οποία σχολιάστηκε άκρως χλευαστικά και καυστικά από τον Τύπο της εποχής, είχε ως αποτέλεσμα να είναι ο εν λόγω πίνακας το μόνο έργο τέχνης της Χιακής Πινακοθήκης που διασώθηκε, αφού η πυρκαγιά στο κτίριο της νομαρχίας Χίου το 1949 κατέστρεψε ολοσχερώς όλα τα υπόλοιπα έργα του Ιωαννίδη!
Στην αποθήκη
Το τυχερό αντίγραφο λοιπόν του Ντελακρουά συνέχισε να αναπαύεται μέσα στο Μετζητιέ Τζαμί, ώσπου, αρκετά χρόνια αργότερα, η Χίος απέκτησε νέο αρχαιολογικό μουσείο και το Τζαμί μετατράπηκε σε αποθήκη της Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, μη επισκέψιμη από το κοινό φυσικά. Εντός της παρέμενε, μαζί με πάμπολλα άλλα αποθηκευμένα αντικείμενα, και ο εν λόγω πίνακας έως πρόσφατα, που το τζαμί ανακαινίστηκε και μετατράπηκε σε ένα πολύ όμορφο Βυζαντινό Μουσείο στο κέντρο της πόλης. Τότε όλα τα μη έχοντα θέση σε βυζαντινό μουσείο αντικείμενα, που μέχρι πρότινος βρίσκονταν εντός του, μεταφέρθηκαν σε άλλες αποθήκες της 3ης ΕΒΑ, μαζί και ο πίνακας. Και τότε ξανάγινε θέμα. Τον ξαναθυμήθηκαν κάποιοι τοπικοί πολιτικοί και διάφοροι εθνεγέρτες, η συντριπτική πλειονότητα των οποίων δεν τον έχουν καν δει στα μάτια τους ποτέ, και με επιστολές, δημοσιεύματα και υπομνήματα ξεσήκωσαν την κοινωνία και το υπουργείο Πολιτισμού θέτοντας το απίστευτο αίτημα: την έκθεση του εν λόγω έργου εντός του νέου Βυζαντινού Μουσείου! Εφτασαν ακόμα και στο σημείο να υποστηρίζουν ότι οι Ελληνες υπουργοί Πολιτισμού και Εξωτερικών υπάκουσαν στις εντολές των Τούρκων ομολόγων τους, οι οποίοι ζήτησαν να μην εκτίθεται το αντίγραφο της Σφαγής της Χίου μέσα στο Βυζαντινό Μουσείο του νησιού για να μην εκτίθεται μαζί του και η χώρα τους! Με λίγα λόγια, έγινε τελικά τόσο ευτράπελη η κατάσταση, που όπως αναφέρουν οι τελευταίες πληροφορίες, η γ. γ. γραμματέας του ΥΠΠΟ κ. Λίνα Μενδώνη, Χιώτισσα την καταγωγή, μάλλον για να αποφύγει όλες αυτές τις φορτικές ενέργειές τους, συνέστησε επιτροπή η οποία θα αποφανθεί αν το εν λόγω έργο τέχνης, δηλαδή το αντίγραφο ενός πίνακα το οποίο φιλοτεχνήθηκε περί το 1920, είναι ή δεν είναι βυζαντινό έκθεμα!
Ενενήντα χρόνια λοιπόν μετά τη φιλοτέχνησή του ο πίνακας του Ιωαννίδη, έχοντας ήδη γλιτώσει από μια πυρκαγιά, εξακολουθεί να αποτελεί θέμα προς συζήτηση, όχι όμως για την τέχνη του αλλά για την τύχη του. Κάτι μου λέει πως μόλις το ζήτημα επιλυθεί και βρει μια θέση και αυτός να εκτίθεται, θα τον ξεχάσουν πάλι όλοι, όπως ξεχασμένος παρέμενε αρκετές δεκαετίες μέσα στη μη επισκέψιμη αποθήκη της 3ης ΕΒΑ.
Γεια σας και χαρά σας
Το περασμένο Σάββατο ήρθανε στη Χίο δυο Τούρκοι ψαράδες από απέναντι (Τσεσμέ Σμύρνης) και φέρανε τα δίχτυα Χιώτη ψαρά τα οποία είχε κατασχέσει η τουρκική ακταιωρός προ τριμήνου διότι τα είχε καλάρει μέσα στα τουρκικά νερά. Βγήκανε λοιπόν τα δίχτυα του σε δημοπρασία, οι Τούρκοι ψαράδες αποφάσισαν να συμπαρασταθούν στον Χιώτη που τα έχασε, συνεννοήθηκαν να μην "τα χτυπήσουν" κι έτσι τα πήραν σε τιμή εκκίνησης 480 ευρώ και τα φέρανε μετά βαίων και κλάδων πίσω στον ιδιοκτήτη τους!
Αυτά για να ξέρετε και κάτι παραπάνω από όσα θέλουν κάποιοι να ξέρουμε

Την είδηση έστειλα σε διάφορα ΜΜΕ και από αυτά, συμπεριλαμβανομένων και των τοπικών ευαισθητοποιήθηκε μονάχα η δημοσιογράφος Ιωάννα Φωτιάδη της εφημερίδας "Καθημερινή" και δημοσίευσε χτες το ακόλουθο άρθρο:

Τούρκοι και Ελληνες ψαράδες πιασμένοι σε δίχτυα φιλίας
Της Ιωαννας Φωτιαδη
«Αλλοι οι νόμοι της στεριάς και άλλοι της θάλασσας» λένε οι νησιώτες, και όπως φαίνεται ισχύει. Μαθήματα καλής γειτονίας παρέδωσαν Τούρκοι ψαράδες που με δική τους πρωτοβουλία επέστρεψαν σε Ελληνα συνάδελφό τους από τη Χίο τα 2.000 μέτρα δίχτυα, που είχε κατασχέσει τουρκικό λιμενικό επειδή τα είχε «ρίξει» σε τουρκικά χωρικά ύδατα.
«Ξαφνικά, στις 6 Ιουνίου μου τηλεφώνησε ο Σιακίρ, ένας γνωστός μου Τούρκος ψαράς από την Κάτω Παναγιά (Ciftlik Koy)» θυμάται σήμερα ο κ. Τάσος Φούτσος, συνταξιούχος εκπαιδευτικός και «εθελοντής» διερμηνέας ελληνικών - τουρκικών, μιας και ως Ιμβριος κατέχει άψογα τις δύο γλώσσες. «Ο Τούρκος αλιεύς με ενημέρωσε ότι σκάφος της τουρκικής ακτοφυλακής μάζεψε τα δίχτυα ενός Χιώτη. «Τον είδαμε την επομένη που γύρισε και τα έψαχνε» μου εξήγησε «θέλαμε να τον ενημερώσουμε αλλά δεν είχαμε κώδικα επικοινωνίας. Γι' αυτό χρειάζομαι τη βοήθειά σου! Θέλω να του πεις να μην ανησυχεί, θα τα πάρουμε τα δίχτυα του και θα του τα επιστρέψουμε σύντομα»». Το κόστος των διχτυών κυμαίνεται στα 1.500 ευρώ και το περιστατικό συνέβη στις αρχές της κατ' εξοχήν αλιευτικής περιόδου.
Στην «άλλη πλευρά»
Παλαιότερα, στις ταραγμένες δεκαετίες του '50 και του '60 οι συλλήψεις αλιέων εκατέρωθεν ήταν μια συνήθης τακτική. Σήμερα, ωστόσο, τα πνεύματα εν πολλοίς έχουν ηρεμήσει. «Οταν το Λιμενικό εντοπίζει ψαράδες που έχουν περάσει από την «άλλη πλευρά», τους λέει απλώς να απομακρυνθούν» υπογραμμίζει τοπικός παράγοντας. Είναι κοινό μυστικό ότι εντός θαλάσσης οι ισορροπίες αλλάζουν. «Ψαρεύουμε πλάι πλάι» ομολογεί ψαράς της περιοχής «χωρίς να δίνουμε και τόση σημασία στους τύπους. Και συνεργαζόμαστε στενά. Για παράδειγμα ανταλλάσσουμε ψάρια ανάλογα με τη ζήτηση που έχουν: οι σκορπίνες «χτυπάνε» ψηλές τιμές στην ελληνική ψαραγορά, ενώ στην Τουρκία δεν τις αγοράζει κανείς». Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ωστόσο, σύμφωνα με πληροφορίες, τα δίχτυα κατασχέθηκαν, κατόπιν καταγγελίας.
Το σχέδιο «δράσης» ήταν απλό και αποτελεσματικό. Στις 11/12 τα εν λόγω δίχτυα θα έβγαιναν σε πλειστηριασμό και θα τα αποκτούσε όποιος θα έδινε την καλύτερη προσφορά. «Οι σύλλογοι αλιέων στον Τσεσμέ και την Κάτω Παναγιά συνεννοήθηκαν μεταξύ τους για το συμβάν» διηγείται ο κ. Φούτσος. «Ετσι, έπεσε «σύρμα» σε όλους να μην διεκδικήσουν τα χιώτικα δίχτυα. Παράλληλα έκαναν «πέρα» τον καταγγέλλοντα». Προηγουμένως, η τουρκική πλευρά είχε ενημερώσει τον «διαμεσολαβητή» ότι η τιμή εκκίνησης για τα λάφυρα θα ήταν τα 460 ευρώ, 920 τουρκικές λίρες δηλαδή. Εν συνεχεία, ρώτησαν αν ο Ελληνας συνάδελφος διετίθετο να δώσει το αντίτιμο αυτό. Ο Χιώτης ψαράς, όταν έμαθε έπειτα από τόσο μεγάλο διάστημα ότι η «πραμάτεια» του είχε διασωθεί, χάρηκε πολύ και δήλωσε έτοιμος να τους μεταβιβάσει στην τράπεζα το ποσό. «Εκείνοι, όμως, αρνήθηκαν. «Θα μας τα δώσει μετά, όταν τα φέρουμε στη Χίο» απάντησαν με σιγουριά».
Εύκολο βέβαια να το λες, δύσκολο να το κάνεις. «Μου φάνηκε τρελό κάτι τέτοιο. Απαιτείται πολλή γραφειοκρατία, χρειάζονται βίζα για να έλθουν και τα δίχτυα έπρεπε να ελεγχθούν από το τελωνείο. Ετσι, τους πρότεινα να δοθεί ένα «μεσοπέλαγο» ραντεβού» σχολιάζει ο διερμηνέας «επέμειναν, όμως, «μη σε νοιάζει, θα τα καταφέρουμε»». Και όντως τα κατάφεραν - αφού πάταξαν ακόμα και το τέρας της γραφειοκρατίας. «Ο δήμαρχος, οι αρχές και η διεύθυνση τουρισμού της γείτονος βοήθησαν πολύ κάνοντας τα «στραβά μάτια»» σημειώνει ο κ. Φούτσος.
Δύο μέρες αργότερα η τουρκική «αντιπροσωπεία» -ο Σιακίρ, ηθικός αυτουργός της ευγενικής αυτής κίνησης, με δύο φίλους του- με κοστούμια περίμενε όλο ανυπομονησία τον Κώστα για να του δώσει ό, τι του ανήκε.
Γνωστοί από τη θάλασσα
«Πλησίασαν οι δύο πλευρές και ξάφνου αγκαλιάστηκαν. Εγώ έμεινα άναυδος. «Γνωρίζεστε;» ρώτησα στα τουρκικά. «Μα φυσικά! Από το πέλαγος»». Μετά τους εναγκαλισμούς ακολούθησε ανταλλαγή δώρων και φυσικά... ουζάκια. Οταν μιλάμε, άλλωστε, για ελληνοτουρκική φιλία, το φαγοπότι είναι προαπαιτούμενο. «Ο Χιώτης ψαράς για να ευχαριστήσει τους συναδέλφους είχε οργανώσει ένα κέρασμα, στο οποίο συμμετείχε η ευρύτερη οικογένειά του - ανίψια, ξαδέλφια, εγγόνια. Γίναμε, λοιπόν, μια μεγάλη πολύβουη παρέα» περιγράφει με συγκίνηση ο Ιμβριος μεταφραστής. «Ο Σιακίρ έλεγε συνέχεια «πώς να το μεταφέρω στους δικούς μου στην Τουρκία αυτό που συμβαίνει σήμερα εδώ!;». Είναι αλήθεια ότι η ατμόσφαιρα ήταν πολύ ζεστή και μιλήσαμε για τα πάντα».
Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που οι δύο πλευρές συνεργάζονται, και δη με επιτυχία. «Είχαμε βοηθήσει παλαιότερα τον Σιακίρ στην αναζήτηση του ξαδέλφου του ψαρά, που είχε χαθεί με τη βάρκα του» αναφέρει ο κ. Φούτσος. «Ο ίδιος, δυστυχώς, δεν βρέθηκε ποτέ, αλλά εντοπίστηκε από ελληνικό ελικόπτερο η βάρκα του».
«Η γειτονία προϋποθέτει τη συνεργασία και την προσέγγιση. Αλλιώς πάμε χαμένοι» σχολιάζει ο κ. Γιάννης Μακριδάκης, συγγραφέας και δημοσιογράφος σε τοπικές εφημερίδες της Χίου. «Πριν από δέκα χρόνια όταν μιλούσαμε για ελληνοτουρκική φιλία, ο κόσμος μας κοιτούσε παράξενα. Σήμερα, ξεφυτρώνουν συνεχώς φροντιστήρια όπου παραδίδονται εκτός των άλλων και τουρκικά».