Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2010

Ο μπαρμπα Στέλιος θυμάται (μέρος 1ο)

Με το πρώτο κρύο πήρα τα βουνά. Η βόρεια Χίος είναι μαγική το χειμώνα. Γι' αυτό κατεβαίνουνε τόσο χαμηλά τα σύννεφα, για να τη νιώσουνε.
Είδα κι έπαθα να φτάσω με την ομίχλη αλλά βρήκα τον μαστρο Στέλιο ολοζώντανο, με τα χοντρά του γυαλιά όπως πάντα, να κάθεται μπροστά στο σβηστό του τζάκι και να 'χει τη σόμπα μες στα πόδια του.
Με γνώρισε αμέσως σαν μπήκα στο σπίτι και μου έκανε εντύπωση η διαύγειά του διότι είχα να τον δω κοντά ένα χρόνο κι αναρωτιόμουνα πώς θα τον βρω.
Εντάξει είμαι, μου έδωσε να καταλάβω πως τίποτα δεν έχει αλλάξει, τώρα μπήκα ενεννήντα τρίο.
Πότε; τον ρώτησα χαζά.
Τώρα, μου είπε κάνοντας μια κίνηση με το χέρι του για να δείξει κάποιον κοντινό χρόνο.
Είχες γενέθλια; Πότε γεννήθηκες; Ποια μέρα; επέμεινα στη χαζομάρα μου. Μας έχουνε σημαδέψει ανεξίτηλα τελικά οι σύγχρονες συναναστροφές μας.
Τι σημασία έχει η μέρα, μου είπε απορώντας. Τώρα, με τον καινούριο χρόνο έγινα ενενήντα τρίο, ξαναδήλωσε σχεδόν υπερήφανα την ηλικία του και συνέχισε: Μια ζαλάδα αισθάνομαι μόνο όποτε πάω να πλαγιάσω και παίρνω φάρμακο. Πιστεύω ότι το ξανάπαθα αλλά έγινα καλά.
Σταμάτησε και γύρισε κατά το μέρος μου.
Άλλες φορές έλεγα ο Γιάννης δεν εφάνηκε, αλλά σήμερα δε σε περίμενα, με τέτοιο κρύο έκαμες απόφαση και ήβγες απάνω; Δεν περίμενε απάντηση και έπιασε αμέσως το θέμα από κει που το είχαμε κόψει την προηγούμενη φορά που τον είχα επισκεφθεί, ένα χρόνο ακριβώς πριν από σήμερα!
Τελικά με την εργασία που λέγαμε δεν έκαμα ακόμα τίποτα, δεν την έδωσα στην εγγονή μου να τη δαχτυλογραφήσει, μου είπε ένοχα.
Ομολογώ ότι δεν θυμόμουνα ποια εργασία εννοούσε. Ο μπάρμπα Στέλιος είναι τρομερό αρχείο γνώσεων και η μνήμη του είναι απίστευτη. Του ζήτησα λοιπόν διευκρίνηση και έλυσε η γλώσσα του. Δε θέλει και πολύ άλλωστε όταν βλέπει πως ο συνομιλητής του ενδιαφέρεται.
Για τη γενεαλογική ιστορία των κατοίκων λέω, από 1750 μέχρι σήμερα. Μεγάλη υπόθεση. Από δω περάσανε συνταγματάρχες, δασκάλοι, επιθεωρητές, χωριανοί δηλαδή, αλλά δεν έκανε κανένας απόφαση να το μελετήσει γιατί είναι δύσκολο πράγμα. Εγώ είχα την τύχη να πέσουν στα χέρια μου δυο τετράδια χειρόγραφα του 1900 το ένα και του 1902 το άλλο. Εκεί είναι ο σκελετός της δουλειάς. Μεγάλη υπόθεση. Περάσαν από τα χέρια μου το δημοτολόγιο, όλες οι ληξιαρχικές πράξεις, το μητρώο αρρένων και κάπου 140 παλαιά έγγραφα και από κει λοιπόν άντλησα την ύλη και έγινε η δουλειά.
Ένα καμπανάκι μού χτύπησε μόλις άκουσα για παλιά χειρόγραφα, τον διέκοψα και τον ρώτησα άν αυτά υπάρχουν ακόμα.
Τα τετράδια τα έχω, μου απάντησε με φυσικότητα, μα τέτοια πράματα χάνονται; Από τον πατέρα μου τα βρήκα. Ο πατέρας μου ήτανε καλλιγράφος και αυτό μ’ έβαλε μέσα. Ας είναι καλά όμως και οι γέροι που τους εκουβέντιαζα και ήτανε πάντα πρόθυμοι να με κουβεντιάζουνε. Κι εγώ όταν εκουβεντιάζανε τους σεβόμουνα και καθόμουνα και τους άκουα, άκουα τις παλιές ιστορίες που ελέγανε και όλα αυτά δηλαδή τα συγκέντρωσα και έγινε η δουλειά. Τέσσερα χρόνια δουλειά.
Κουμουνιστές είχε το χωριό, τον ρώτησα προσπερνώντας πάλι το θέμα μας, για να τον φέρω σιγά σιγά σ' αυτά που με ενδιαφέρανε περισσότερο διότι δεν τα έγραψε ποτέ και τώρα πια δεν πρόκειται να το κάνει αφού δεν έχει τα κουράγια. Τουλάχιστον ας τα πει, σκέφτηκα.
Κουμουνιστές! γέλασε. Εμάς μας εβαφτίσανε. Δηλαδή μας πήρανε αφ’ τα χωράφια, αφήσαμε τις τσάπες κάτω, και μας πήγανε στον Άη Στράτη και στη Μακρόνησο και στο άψε σβήσε εγίναμε όλοι κουμουνιστές. Ανθρώπους πού επήραν αφ' τις μάντρες που αρμέγαν τα κατσίκια, εγίνανε κουμουνιστές. Όλοι. Και έπρεπε να γίνει αναβάπτιση και εκάμανε τα ΕΣΑΙ, Εθνικό Στρατόπεδο Αναβάπτισης Ιδιωτών, έμπνευση της Φρειδερίκης. Και εγίνανε στη Μακρόνησο αυτά τα στρατόπεδα και εκεί εγένετο η αναβάπτισις. Η αναβάπτισις ήταν ή να πεθάνεις ή να τρελαθείς ή να πεις πως απεχθάνεσαι τον κουμουνισμό. Αυτή ήτανε η κατάσταση. Εμένα με πήρανε από δω στις 10 του Μάρτη του 48...

Συνεχίζεται
όσο απομαγνητοφωνώ θα διαβάζετε!

1 σχόλιο:

  1. πάλι στενάχωρα βάζεις αφεντικό κι απόκριση
    δε θα λάβεις,μιμηθοί γίναμε ολοι μαθές εδώ
    και χρόνια.....

    ΑπάντησηΔιαγραφή