Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2010

Ο Πουνέντες έχει κέφια

Απόγεμα ήτανε κι είχε ένα όμορφο φως, παράξενα γαλήνιο. Σαν να περίμενε την καταστροφή του το νησί, κάπως έτσι έμοιαζε η ατμόσφαιρα. Κατέβηκα στη θάλασσα και είδα τον καπετάνιο να προβάλει κι αυτός στο μόλο. Έμαθα τις ώρες του πια, σκέφτηκα με ικανοποίηση. Φρεσκοξουρισμένος ήτανε, ανάβλυζε μια βαρια μυρωδιά σπίρτου κι είχανε τα μάγουλά του καμιά δεκαριά κοψιές ολόφρεσκιες.
Πού είναι τ' όπλο σου, με ρώτησε σχεδόν γελαστός σαν έφτασα κοντά του κι έδειξε κατά το βουνό. Εννοούσε την ομπρέλα μου βέβαια αφού τα μαύρα σύννεφα είχανε κατέβει χαμηλά και μύριζε μπουρίνι. Είχε κέφια ο καπετάνιος. Όχι μόνο επειδή ένιωθε την ευεξία του ξυρίσματος μα κυρίως διότι τις τελευταίες δυο μέρες ο αέρας ανέβαινε, από σορόκος γινότανε πουνέντες και βορειοδυτικός, είχε καιρό ακόμα μπροστά μέχρι να ξανανοτιαδίσει και να πρέπει να μεταδέσει εκείνος το καΐκι του απέναντι.
Καταχνιά έχει από κει ε; γύρισα και κοίταξα κατά τη μεριά που μου έδειχνε.
Είναι του μπουρινιού, του μπουρινιού ο αέρας, είπε. Πάλι πίσω θα γυρίσει όμως, στη νοτιά. Αυτό τώρα θα πάει μέχρι βορειοδυτικός, ύστερα πάλι δυτικός και μετά νοτιά. Αυτό το βιολί βαρά τώρα δυο μήνες. Αλλά άμαν κατήβει κι ο πούστης ο βοριάς δεν έχει χειρότερο, θα πιάσει το κρύο και άντε να βγεις όξω να πα κάμεις δουλειά πια. Πήρε ο βοριάς, τελείωσε.
Αυτά λέγαμε και περπατούσαμε δίπλα δίπλα στο μόλο σαν έπιασε να ρίχνει μια ήσυχη και ψιλή ψιλή βροχή σαν της καρφίτσας τον κώλο. Πιάσαμε απάγκιο σ' ένα υπόστεγο και μου 'πε για τα ψαρέματα στο πέλαγος, για καθετές με μισινέζες διακοσάρες και με σύρμα στο τελείωμα που το σπάνε μονάχα οι τούνες, μου 'πε και για τα σκυλόψαρα που τα φέρνει με ρεμούλκα πίσω στο λιμάνι. Ζωντανά είναι, κουτρουβαλάνε από πίσω αλλά τα φέρνω σιγά σιγά, από την Ικαριά απ' όξω έχω φέρει πόσες φορές, σκυλόψαρα πεντακόσα κιλά, εξακόσα. Πρέπει να το γαντζώσεις με το γάντζο, να το δέσεις, να του περάσεις ένα σκοινί μέσα από το στόμα του να το βγάλεις από το σπάραχνο, να του βάλεις άλλη θηλιά στη μέση, δυο σκοινιά, έχεις στη μούρη του το πλωριό σκοινί, έχεις και στη μέση το άλλο, δυο σκοινιά θέλει γιατί με το ένα θα σκίσει το σπάραχνο και θα φύει, κουτρουβαλά ευτό ύστερι από πίσω απ' το καΐκι κι έρκεται. Τέτοια απίστευτα μου 'λεγε για κάμποση ώρα και τον κοιτούσα με το στόμα ανοιχτό, φανταζόμουνα έναν άνθρωπο θεομόναχο μες στο πέλαγος να πολεμάει με το κήτος έχοντας για όπλα ένα γάντζο και δυο σκοινιά, είναι μια να το πιάσω με το μεγάλο γάντζο, ύστερι το δένω, μου είπε πάλι γελαστός σαν είδε την εκστασιασμένη φάτσα μου. Είπαμε, είχε κέφια ο καπετάνιος εκείνο τ' απόγεμα, τα κέφια του Πουνέντε που δεν απειλεί το καΐκι του.
Σε λιγάκι έκοψε απότομα τη διήγηση. Με βαρέθηκε και με το δίκιο του. Εδώ παλεύει με σκυλόψαρα κι εγώ τον κοιτάζω σαν χάνος. Ούτε για τη γάτα του δεν κάνω.
Έβγαλε το κεφάλι του από το υπόστεγο κι έστρεψε κατά τη δύση να δει πού βαστάνε τα νερά. Δεν έχει πολλά, διαπίστωσε, έκαμε μάτι. Γύρισα και είδα ένα κομμάτι ουρανού στο χρώμα του ηλιοβασιλέματος να φαντάζει σαν νυσταγμένο μάτι στο κέντρο της μουντάδας.
Σε λίγο ένα ολόλαμπρο ουράνιο τόξο φάνηκε ολόκληρο να στεφανώνει το λιμάνι.

2 σχόλια:

  1. ΜΠΡΑΒΟ ΣΟΥ ΑΦΕΝΤΙΚΟ.ΠΑΛΙ ΜΕΚΑΜΕΣ ΚΑΙ ΔΑΚΡΥΣΑ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Εγώ θα πω μονάχα, πόσο τυχερός αισθάνομαι που μπορώ και μυρίζω τις λέξεις μία - μία, σα μετάληψη, σαν το "μπας" στου καζανιού το πρώτο δάκρυ!!
    Να είσαι καλά φίλε μου
    Μου έφερες μακρινές σκηνές στο νου
    Σ' ευχαριστώ
    Καλό σου βράδυ

    ΑπάντησηΔιαγραφή