Ανέβηκα λοιπόν χτες απόγευμα στη Βολισσό να βρω τον Θωμά, να δω πού βαστάει η εργασία για το σαμάρι που παράγγειλε ο αγαπημένος ξάδερφος ο Δημήτρης, να το πάρει σπίτι του στην Αμερική για να θυμάται το χωριό, κι ο σαμαράς είχε κέφια.
Βρε καλώς το Γιαννάκη, ίντα κάμνεις; Καλή χρονιά κιόλας. Διαβάζω τα κατορθώματά σου στις εφημερίδες! Μεταφράσεις στα τούρκικα, τιμές και δόξες, πρόσεχε όμως τους Τούρκους και είναι διπλομούρηδες! Άσε που όλο με αυτά ασχολείσαι πια και τα άλλα που σου δειξα εκείνη τη μέρα δεν τα δημοσίεψες ακόμα.
Τα άκουσα με το καλησπέρα δηλαδή! Πράγματι, έχω αδημοσίευτο ένα καταπληκτικό οδοιπορικό μαζί του και πρέπει να το φτιάξω. Γύρισα την κουβέντα στο σαμάρι για να γλιτώσω και για να του δείξω πως κι εκείνος δεν έχει κάνει καμιά πρόοδο εργασιών επί του ζητήματος από το καλοκαίρι κι εδώ!
Έχω τα ξύλα έτοιμα, να τα σκαρώσω, να τα ξεγυρίσω, είπε αλλά αυτά μου τα είχε πει και την προηγούμενη φορά! Με είδε πως τον κοιτάζω με πονηρό χαμόγελο και κατάλαβε. Δεν έχω μόνο εκείνο, δικαιολογήθηκε, άλλα τέσσερα έχω παραγγελία, για σαλόνια, στην Κέρκυρα, στην Αθήνα… Μου ’δειξε κάτι σκόρπια ξύλα, τούτο είναι το δικό σου, μου είπε με περηφάνια! Να, εδώ έχω σημαδεμένες τις παΐδες, τούτα τα ξύλα είναι καρυδιές και πλατάνια, να βλέπεις; Τις έχω σημαδεμένες, να τις κόψω.
Κι ύστερα έπιασε να μου αναλύει τη δουλειά διότι ξέρει πως αυτό είναι που με ενδιαφέρει κι έτσι η κουβέντα θα στρέψει, από την αργοπορία στη λαογραφία!
Τρία μέρη έχει το σαμάρι, έπιασε να λέει. Το πισάδι, ο νώμος και οι παΐδες. Το τέταρτο μέρος είναι το ντύσιμο. Όπως είναι αυτά τα σαμάρια απέναντι, μου έδειξε κάποια σχεδόν έτοιμα στην άλλη μεριά του εργαστηρίου. Τα ’χω φτιαγμένα, έτοιμα να τα ντύσω. Με κετσέ, με πανί, με πετσί. Τούτο είναι καινούριο, έπιασε ένα. Θα ’τοιμαστεί να πάει στην Κέρκυρα αυτό.
Τον ρώτησα για τις παΐδες. Οι παΐδες λέγονται απανινές, μεσιανές και κατινές, τις ονομάτιζε και τις χάιδευε μια μια με το δάχτυλο. Και τούτα είναι τα σκαρβέλια, απάνω στο πισάδι. Εκεί απάνω δένεις τα σκοινιά άμα φορτώνεις. Τον ρώτησα πώς έκανε τη δουλειά παλιότερα, αν έπαιρνε μέτρα στα γαϊδούρια, στα μουλάρια.
Απλά έβλεπα το ζο και το κανόνιζα, αποκρίθηκε. Πρέπει να ξέρεις, να κόβει το μάτι σου και να πιάνουνε τα χέρια σου. Τώρα όμως εμεγάλωσα, η ηλικία μου δεν είναι πια για να δουλεύω γρήγορα, έχω και τόσες άλλες δουλειές, έχω και μελίσσια και τα ’τοιμάζω τώρα που είναι ο καιρός λίγος, τα καθαρίζω, τα καίω, να φύει μικρόβιο και περνάω την κερήθρα με ένα εργαλείο που κολλάει τα σύρματα κι είναι έτοιμο ύστερα να τοποθετήσομε το μελίσσι μέσα, δικαιολογήθηκε ξανά.
Τον κατανόησα, πολλές δουλειές έχεις ανοιγμένες, του είπα. Πολλές δουλειές αλλά τι να κάμομε; Το θέμα με τη δουλειά είναι πως ό,τι και να κάμεις, ό,τι και να ’χεις έτοιμο, ποτές δε θα ’ρτει κανένας να σου πει γιατί το ’τοίμασες. Αντιθέτως, όλο και κάποιος θα περάσει καμιά φορά και θα το χρειάζεται. Ήξερα εγώ πως θα βρεθεί ο άλλος από την Κέρκυρα να ρτει εδώ να θέλει σαμάρι;
Είπε τη φιλοσοφία του και μ’ αποζημίωσε ο Θωμάς!
Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2010
Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2010
Ο Φάρος άναψε!
Σήμερα είχα μια καταπληκτική συζήτηση με τον Καπετάνιο στο μόλο, μπροστά στο Κατινάκι.
Είπαμε περί Κράτους, περί Νόμων, περί προβλημάτων του επαγγέλματος του ψαρά και άλλα πολλά.
Συμπεράσματα:
1. Τώρα είναι αργά πια για να αλλάξω επάγγελμα. Τώρα πρέπει να πηγαίνω πού και που να βγάζω καμιά πέτρα από το λάκκο.
2. Δεν το δίνω για κόψιμο το καΐκι. Γιατί να το δώκω; Για να πάρω τριάντα χιλιάρικα και μετά να κάθομαι να κοιτάζω το γυαλό από μακριά; Σε δυο μήνες θα πεθάνω άμα το κάμω αυτό.
3. Αυτή είναι η τελευταία μου επιθυμία. Άμα τελειώσω την αποστολή μου, να το βγάλω όξω εδώ στο μόλο και να του βάλω φωτιά να το κάψω. Και οι άδειες μέσα και όλα. Να το δω να καίεται και να πεθάνω.
Ακούς αφεντικό;
Σας φιλώ
Τα λέμε αύριο πιο αναλυτικά
Απόψε λέω να χαζέψω τον πράσινο φάρο...
Είπαμε περί Κράτους, περί Νόμων, περί προβλημάτων του επαγγέλματος του ψαρά και άλλα πολλά.
Συμπεράσματα:
1. Τώρα είναι αργά πια για να αλλάξω επάγγελμα. Τώρα πρέπει να πηγαίνω πού και που να βγάζω καμιά πέτρα από το λάκκο.
2. Δεν το δίνω για κόψιμο το καΐκι. Γιατί να το δώκω; Για να πάρω τριάντα χιλιάρικα και μετά να κάθομαι να κοιτάζω το γυαλό από μακριά; Σε δυο μήνες θα πεθάνω άμα το κάμω αυτό.
3. Αυτή είναι η τελευταία μου επιθυμία. Άμα τελειώσω την αποστολή μου, να το βγάλω όξω εδώ στο μόλο και να του βάλω φωτιά να το κάψω. Και οι άδειες μέσα και όλα. Να το δω να καίεται και να πεθάνω.
Ακούς αφεντικό;
Σας φιλώ
Τα λέμε αύριο πιο αναλυτικά
Απόψε λέω να χαζέψω τον πράσινο φάρο...
Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2010
Διαγωνισμός
Πάρτε μέρος στον διαγωνισμό μας και κερδίστε πλούσια δώρα!
Άλλη μια νύχτα μισοσκότεινο το λιμάνι της Χίου.
Ερώτηση 1: Πόσες νύχτες θα περάσουν συνολικά μέχρι να αποκατασταθεί και να ξανανάψει ο πράσινος φάρος; (ορίζουμε ως 1η νύχτα τη Δευτέρα 25-1-10)
Απόψε δεν πήγε ούτε το περιπολικό του λιμεναρχείου για να φέξει στο βαπόρι που έβγαινε
Ερώτηση 2: Θα γίνει ή θα αποφευχθεί κάποια πρόσκρουση πλοίου ως τότε;
Και κάποιες ερωτήσεις εκτός διαγωνισμού. Απλά για να ακονίσουμε τα μυαλά μας!
Ερώτηση 3: Πόσοι λιμενικοί χρειάζονται για να αλλάξουν μια λάμπα; (δικαιολογήστε την απάντησή σας)
Ερώτηση 4: Πόσο τοις εκατό πιθανότητα δίνετε στο να παραμείνει για πάντα δίχως πράσινο φάρο το λιμάνι;
Ερώτηση 5: Τι νομίζετε ότι δεν έχει ένα κεντρικό λιμεναρχείο
α) ηλεκτρολόγο
β) μια λάμπα καβάντζα
γ) λεφτά
δ) άλλο (αναπτύξτε την άποψή σας)
Ερώτηση 6: Αν είστε με τη βάρκα σας για βόλτα ή για ψάρεμα και σας προσεγγίσει η Καταδίωξη επειδή σας έχει καεί το περίβλεπτο ή το πράσινο λαμπάκι τι νομίζετε ότι θα σας πούν;
α) Αύριο να το φτιάξεις σε παρακαλώ
β) Για μια φορά στη χαρίζω αλλά μην ξαναβγεις έξω σκοτεινός, δεν καταλαβαίνεις ότι κινδυνεύεις;
δ) Δε θα σου πουν τίποτα απλά θα σου κόψουν ένα ωραίο κουστούμι
ε) άλλο (αναπτύξτε την άποψή σας)
Άλλη μια νύχτα μισοσκότεινο το λιμάνι της Χίου.
Ερώτηση 1: Πόσες νύχτες θα περάσουν συνολικά μέχρι να αποκατασταθεί και να ξανανάψει ο πράσινος φάρος; (ορίζουμε ως 1η νύχτα τη Δευτέρα 25-1-10)
Απόψε δεν πήγε ούτε το περιπολικό του λιμεναρχείου για να φέξει στο βαπόρι που έβγαινε
Ερώτηση 2: Θα γίνει ή θα αποφευχθεί κάποια πρόσκρουση πλοίου ως τότε;
Και κάποιες ερωτήσεις εκτός διαγωνισμού. Απλά για να ακονίσουμε τα μυαλά μας!
Ερώτηση 3: Πόσοι λιμενικοί χρειάζονται για να αλλάξουν μια λάμπα; (δικαιολογήστε την απάντησή σας)
Ερώτηση 4: Πόσο τοις εκατό πιθανότητα δίνετε στο να παραμείνει για πάντα δίχως πράσινο φάρο το λιμάνι;
Ερώτηση 5: Τι νομίζετε ότι δεν έχει ένα κεντρικό λιμεναρχείο
α) ηλεκτρολόγο
β) μια λάμπα καβάντζα
γ) λεφτά
δ) άλλο (αναπτύξτε την άποψή σας)
Ερώτηση 6: Αν είστε με τη βάρκα σας για βόλτα ή για ψάρεμα και σας προσεγγίσει η Καταδίωξη επειδή σας έχει καεί το περίβλεπτο ή το πράσινο λαμπάκι τι νομίζετε ότι θα σας πούν;
α) Αύριο να το φτιάξεις σε παρακαλώ
β) Για μια φορά στη χαρίζω αλλά μην ξαναβγεις έξω σκοτεινός, δεν καταλαβαίνεις ότι κινδυνεύεις;
δ) Δε θα σου πουν τίποτα απλά θα σου κόψουν ένα ωραίο κουστούμι
ε) άλλο (αναπτύξτε την άποψή σας)
Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2010
Μου λείπεις
Λυσσομανάει ο βοριάς απ' έξω, βράζει το λιμάνι. Ο κόκκινος φάρος του, ο νοτινός, στέκει εκεί αγέρωχος, ανάβει σβήνει στα καθορισμένα του δευτερόλεπτα όπως κάθε νύχτα, μια κόκκινη τελεία μέσα στη μαυρίλα της θάλασσας. Πλάι του η μπούκα θεοσκότεινη σαν μήτρα κι απέναντί του ο αδελφός του που παραδόσθηκε στη μανία της κακοκαιρίας, λιγοψύχισε και δεν ανάβει πια το πράσινό του φέγγος.
Έσβησε ο πράσινος φάρος απόψε, παράδωσε το πνεύμα κι έμεινε το λιμάνι να στέκει εδώ μπροστά μου σαν κουτσό, σαν να 'χει χάσει την ισορροπία του και γέρνει.
Για να βγει το βαπόρι ασφαλώς, πήγε δίπλα στο φάρο το περιπολικό του λιμεναρχείου κι άναψε το δικό του, εκείνον που 'χει κατάκορφα, τον μπλε στριφογυριστό της καταδίωξης, για να τον βλέπει ο καπετάνιος και να κάνει κουμάντο. Μα σαν το βαπόρι έφυγε, φύγανε και οι λιμενικοί από την άκρη του μόλου κι έμεινε πάλι κουτσό το λιμάνι.
Ελπίζω αύριο να αντικαταστήσουνε την κουρασμένη λάμπα του πράσινου φάρου, τον έχω για παρέα τις νύχτες κι απόψε μου λείπει
Έσβησε ο πράσινος φάρος απόψε, παράδωσε το πνεύμα κι έμεινε το λιμάνι να στέκει εδώ μπροστά μου σαν κουτσό, σαν να 'χει χάσει την ισορροπία του και γέρνει.
Για να βγει το βαπόρι ασφαλώς, πήγε δίπλα στο φάρο το περιπολικό του λιμεναρχείου κι άναψε το δικό του, εκείνον που 'χει κατάκορφα, τον μπλε στριφογυριστό της καταδίωξης, για να τον βλέπει ο καπετάνιος και να κάνει κουμάντο. Μα σαν το βαπόρι έφυγε, φύγανε και οι λιμενικοί από την άκρη του μόλου κι έμεινε πάλι κουτσό το λιμάνι.
Ελπίζω αύριο να αντικαταστήσουνε την κουρασμένη λάμπα του πράσινου φάρου, τον έχω για παρέα τις νύχτες κι απόψε μου λείπει
Ο καιρός βρωμεί τυριές
Τέτοιος βρομόκαιρος ήτανε εκείνη τη νύχτα που σηκώθηκε από τον ύπνο αξημέρωτα, τυλιγμένος μέσα σην κάπα του ο τσοπάνης, πήγε στο παραθύρι να θωρήσει αν χιόνισε για να δει τι θα κάμει με τα ζωντανά του τα νεογέννητα.
Μα αντί ν' ανοίξει το παράθυρο, μες στην τύφλα του ύπνου άνοιξε το φανάρι που βάζαν τα τυριά, κι αφού αφουγκράστηκε τη νύχτα αποφάνθηκε προς την τσοπάνισα που τον αρώτησε με αγωνία ποια είναι του καριού τα μούτρα:
Ο καιρός βρωμεί τυριές!
Έτσι είπε και κούνησε την κεφαλή του προβληματισμένος.
Από τότε μάς έμεινε κι εμάς και το λέμε κάθε που πέφτει χιόνι στη γειτονιά μας.
Μα αντί ν' ανοίξει το παράθυρο, μες στην τύφλα του ύπνου άνοιξε το φανάρι που βάζαν τα τυριά, κι αφού αφουγκράστηκε τη νύχτα αποφάνθηκε προς την τσοπάνισα που τον αρώτησε με αγωνία ποια είναι του καριού τα μούτρα:
Ο καιρός βρωμεί τυριές!
Έτσι είπε και κούνησε την κεφαλή του προβληματισμένος.
Από τότε μάς έμεινε κι εμάς και το λέμε κάθε που πέφτει χιόνι στη γειτονιά μας.
Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2010
Εξόριστος στον Άη Στράτη (Αφήγηση μέρος 3ο)
Στον Άη Στράτη υπήρχε φόβος γάγγραινας από τις πληγές που είχαμε στα χέρια, και ένας καλός φίλος αγωνιστής, ο Αιγινίτης από τη Χίο, επήε κι ήβρε έναν καλό γιατρό που είχε εξόριστο απ' τη Θεσσαλονίκη, του είπε το περιστατικό και ήρθε εκεί ο γιατρός μάς εκαθάρισε τις πληγές και έβαλε απάνω πενικιλίνη και κάθε μέρα πενικιλίνη, κάθε μέρα σκόνη και σιγά σιγά εστύψανε οι πληγές. Και τώρα δεν έχω καμία ενόχληση, ποτέ, ποτέ δε με ενοχλήσανε.
Στον Άη Στράτη κάτσαμε ένα χρόνο και ένα στη Μακρόνησο. Στον Άη Στράτη καθόμαστε στις σκηνές και μελετούσαμε, πηγαίναμε για ξύλα για το μαγειρείο, επηγαίναμε και ξεφορτώναμε το καΐκι για τα αλεύρια που ερχότανε και για τα τρόφιμά μας, κάναμε μπάνιο στη θάλασσα και περνούσε η ώρα. Εκεί έφαγα το πολύ ξύλο. Στη σκηνή που έμενα ο σκηνάρχης ήτανε ένας Πόντιος, ένας καλός άνθρωπος και μου λέει "Λεωνή εγώ θα φύγω και να μπεις σκηνάρχης εσύ". Μπήκα λοιπόν. Και μου λέει, "το μόνο πράμα που λέγω είναι να προσέχεις τον Μιχαλάκογλου γιατί είναι χαφιές της Αστυνομίας, της Ασφάλειας". Τι να τον προσέχω, αφού ήτανε χαφιές; Και δεν ξέρω πώς, εγώ έπεσα... -όπως είναι η σκηνή και πέφτεις εδώ, πίσω απ’ το κεφάλι σου ο χώρος σού ανήκει, κι εγώ που είμαι εδώ, πίσω απ’ το κεφάλι μου ο χώρος μού ανήκει. Λοιπόν αυτός εκοιμόντανε εδώ κι ήρτα κι εγώ και κοιμόμουνα εδώ, δίπλα του δηλαδή, δίπλα στο χαφιέ, και ο χαφιές είχε το δικό του χώρο πιασμένο, έπιασε και το δικό μου και του λέω, "τα πράματά σου τα 'βαλες και στο δικό μου χώρο, εγώ πού θα βάλω τα δικά μου;" Και από εκεί δόθηκε η αφορμή και μαλώσαμε. Και έστειλε έναν από τας Σέρρας που λεγότανε Παπαπέτρου και ειδοποίησε την Ασφάλεια κι ήρτανε δυο της Ασφάλειας και μας πήρανε απάνω εμένα, το Γιώργη τον Σκαφίδα και τον Κοντογιάννη το Θοδωρή, Χιώτες αυτοί οι δυο, οι καλύτεροι κολυμβητές, αυτοί οι δύο κι ένας Βολιώτες ανάμεσα σε πέντε χιλιάδες εξόριστους, δυο Χιώτες κι ένας Βολιώτης ήτανε οι καλύτεροι κολυμβητές. Μας πήγανε λοιπόν στην Ασφάλεια και είχανε κρατητήριο το υπόγειο του σχολείου που δεν είχε παράθυρα, ένα μπουντρούμι ήτανε. Και μας εβάλανε μες στο μπουντρούμι. Έπιασε ο καθένας μας μια γωνία. Μεσάνυχτα θα 'τανε. Κάτι είπε ο Κοντογιάννης ο Θοδωρής και αμέσως χύθηκαν δυο προβολείς μες στο μπουντρούμι και μπήκανε αυτοί μέσα.
"Ποιος μίλησε;"
Λέει ο Κοντογιάννης "εγώ", λέει, "μίλησα".
Λέει "γιατί εμίλησες, δεν το ξέρεις ότι απαγορεύεται;"
"Δεν είπα", λέει "κανένα κακό".
Και είχανε στα χέρια τους καντρόνια και οι δυο. Και μας αρχίσανε με τα καντρόνια. Εγώ έβαλα έτσι τις χούφτες μου εδώ για να προφυλάξω το κεφάλι μου. Μας χτύπησαν πολύ με τα καντρόνια. Και σηκωθήκανε να φύγουνε κι ο ένας εγύρισε πίσω και λέει: "Ποιος ήτανε ρε από σας χωροφύλακας και μετά επήγε με το ΕΑΜ;"¨
Και λέει ο Σκαφίδας "εγώ".
Και ξετυλίγει ένα μαστίγιο από τη μέση του και τον αρχίζει, μέχρι που τον έριξε κάτω και είδα αίμα που έτρεχε απ τα μάγουλά του. Και μετά εσηκώθη κι έφυγε. Πέντε μέρες εμείναμε μες στο μπουντρούμι και μετά μας αφήσαν και πήγαμε στις σκηνές.
Στις σκηνές επέφταμε οχτώ, δέκα, εφτά ανάλογα. Μέχρι δέκα ήτανε το μεγαλύτερο όριο...
Συνεχίζεται
Στον Άη Στράτη κάτσαμε ένα χρόνο και ένα στη Μακρόνησο. Στον Άη Στράτη καθόμαστε στις σκηνές και μελετούσαμε, πηγαίναμε για ξύλα για το μαγειρείο, επηγαίναμε και ξεφορτώναμε το καΐκι για τα αλεύρια που ερχότανε και για τα τρόφιμά μας, κάναμε μπάνιο στη θάλασσα και περνούσε η ώρα. Εκεί έφαγα το πολύ ξύλο. Στη σκηνή που έμενα ο σκηνάρχης ήτανε ένας Πόντιος, ένας καλός άνθρωπος και μου λέει "Λεωνή εγώ θα φύγω και να μπεις σκηνάρχης εσύ". Μπήκα λοιπόν. Και μου λέει, "το μόνο πράμα που λέγω είναι να προσέχεις τον Μιχαλάκογλου γιατί είναι χαφιές της Αστυνομίας, της Ασφάλειας". Τι να τον προσέχω, αφού ήτανε χαφιές; Και δεν ξέρω πώς, εγώ έπεσα... -όπως είναι η σκηνή και πέφτεις εδώ, πίσω απ’ το κεφάλι σου ο χώρος σού ανήκει, κι εγώ που είμαι εδώ, πίσω απ’ το κεφάλι μου ο χώρος μού ανήκει. Λοιπόν αυτός εκοιμόντανε εδώ κι ήρτα κι εγώ και κοιμόμουνα εδώ, δίπλα του δηλαδή, δίπλα στο χαφιέ, και ο χαφιές είχε το δικό του χώρο πιασμένο, έπιασε και το δικό μου και του λέω, "τα πράματά σου τα 'βαλες και στο δικό μου χώρο, εγώ πού θα βάλω τα δικά μου;" Και από εκεί δόθηκε η αφορμή και μαλώσαμε. Και έστειλε έναν από τας Σέρρας που λεγότανε Παπαπέτρου και ειδοποίησε την Ασφάλεια κι ήρτανε δυο της Ασφάλειας και μας πήρανε απάνω εμένα, το Γιώργη τον Σκαφίδα και τον Κοντογιάννη το Θοδωρή, Χιώτες αυτοί οι δυο, οι καλύτεροι κολυμβητές, αυτοί οι δύο κι ένας Βολιώτες ανάμεσα σε πέντε χιλιάδες εξόριστους, δυο Χιώτες κι ένας Βολιώτης ήτανε οι καλύτεροι κολυμβητές. Μας πήγανε λοιπόν στην Ασφάλεια και είχανε κρατητήριο το υπόγειο του σχολείου που δεν είχε παράθυρα, ένα μπουντρούμι ήτανε. Και μας εβάλανε μες στο μπουντρούμι. Έπιασε ο καθένας μας μια γωνία. Μεσάνυχτα θα 'τανε. Κάτι είπε ο Κοντογιάννης ο Θοδωρής και αμέσως χύθηκαν δυο προβολείς μες στο μπουντρούμι και μπήκανε αυτοί μέσα.
"Ποιος μίλησε;"
Λέει ο Κοντογιάννης "εγώ", λέει, "μίλησα".
Λέει "γιατί εμίλησες, δεν το ξέρεις ότι απαγορεύεται;"
"Δεν είπα", λέει "κανένα κακό".
Και είχανε στα χέρια τους καντρόνια και οι δυο. Και μας αρχίσανε με τα καντρόνια. Εγώ έβαλα έτσι τις χούφτες μου εδώ για να προφυλάξω το κεφάλι μου. Μας χτύπησαν πολύ με τα καντρόνια. Και σηκωθήκανε να φύγουνε κι ο ένας εγύρισε πίσω και λέει: "Ποιος ήτανε ρε από σας χωροφύλακας και μετά επήγε με το ΕΑΜ;"¨
Και λέει ο Σκαφίδας "εγώ".
Και ξετυλίγει ένα μαστίγιο από τη μέση του και τον αρχίζει, μέχρι που τον έριξε κάτω και είδα αίμα που έτρεχε απ τα μάγουλά του. Και μετά εσηκώθη κι έφυγε. Πέντε μέρες εμείναμε μες στο μπουντρούμι και μετά μας αφήσαν και πήγαμε στις σκηνές.
Στις σκηνές επέφταμε οχτώ, δέκα, εφτά ανάλογα. Μέχρι δέκα ήτανε το μεγαλύτερο όριο...
Συνεχίζεται
!!
Στον 6ο και στην ταράτσα το 'στρωσε! Καλά που μένω στον 5ο. Ο αποπάνω έχει αποκλειστεί. Μη σας πω γι' αυτόν που μένει στο δώμα...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)