Μπεν μπιλίριμ πού κοιμάσαι, μα κορκάριμ γκελμεγίμ, σαν το μάθει η μαμά σου, σόνρα νέρντε κατσαγίμ, τραγουδούσε δέκα λεπτά πριν μπει το 2004 ο μπάρμπα Γιάννης Βάντσος στο μικρό του σαλονάκι στ' Αγρίδια της Ίμβρου. Μαζί αλλάξαμε τη χρονιά τότε.
Παραμονή πρωτοχρονιάς ήτανε όταν ακολούθησα μια ισχυρή παρόρμηση και πέρασα από τη Χίο απέναντι στον Τσεσμέ. Φτάνοντας δίχως στόχο στο τεράστιο οτογκάρ, τον σταθμό των υπεραστικών λεωφορείων της Σμύρνης δηλαδή, πήρα ενστικτωδώς το πρώτο πούλμαν που έφευγε για Τσανάκαλε κι απο κει με το βαπόρι της γραμμής πέρασα στην Ίμβρο. Δεν είχα ξαναπάει ποτέ κι έφτασα 31 Δεκεμβρίου '03 στις 8.30 το βράδυ, τρισήμισι ώρες πριν αλλάξει ο χρόνος δηλαδή.
Ένας ταξιτζής με οδήγησε σε κάποιο παραλιακό υπερπολυτελές ξενοδοχείο όπου κατά τα λεγόμενά του θα πήγαινε όλο το νησί για ρεβεγιόν μα εγώ μόλις το είδα έφριξα και του ζήτησα να με πάει σ' ένα χωριό δίχως πολύ κόσμο και κυρίως δίχως πολυτέλειες. Μόνο στο Τεπέκιοϊ, στ' Αγρίδια δηλαδή, έχει ξενώνα, είπε, αλλά ίσως να μην είναι ανοιχτός τέτοιον καιρό.
Δεν πειράζει, πάμε. Κι αρχίσαμε ν' ανεβαίνουμε τα βουνά μέσα στα σκοτάδια του Θεού.
Φτάσαμε εκεί ψηλά στο χωριό κατά τις δέκα το βράδυ και αντικρύσαμε τον ξενώνα κλειστό. Πήρε μεγάλη απογοήτευση ο ταξιτζής, κόντεψε να σκάσει από τη στεναχώρια του και πάρκαρε στην πλατεία για να σκεφτεί πώς μπορεί να εξυπηρετήσει αυτόν τον παράξενο πελάτη που του 'τυχε παραμονιάτικα. Ήτανε βέβαιος πως θα κάνει πρωτοχρονιά μέσα στο ταξί γυρίζοντας απάνω κάτω το νησί για να μου βρει κατάλυμα και έκανε προσπάθειες να με πείσει ότι δεν υπάρχει τίποτε άλλο εκτός από εκείνο το παραλιακό συγκρότημα όπου με είχε πάει στην αρχή.
Εκεί που σταθμεύσαμε όμως, στην πλατεία, είδα απέναντι ημιφωτισμένο και θολό το ωραιότερο καφενείο της ζωής μου. Ξυλόσομπα, τεζιάκι πράσινο και μια παρέα πέντε γέρων να παίζουνε χαρτιά σκυμμένοι στο τραπέζι. Ατμόσφαιρα από άλλην εποχή. Άσε με εδώ και φύγε, του είπα τότε αποφασιστικά κι εκείνος άνοιξε το στόμα του σαν χάνος. Πού θα μείνεις; Στο καφενείο. Είδα κι έπαθα να τον διώξω, δεν ήθελε να μ' αφήσει στην ερημιά, ένιωθε μεγάλη την ευθύνη μου. Πήρα το σακίδιό μου, τον πλήρωσα με το ζόρι, κατέβηκα από το αυτοκίνητο και μπήκα στο καφενείο. Γυρίσανε άπαντες οι θαμώνες και με κοιτάξανε σαν να βλέπανε φάντασμα. Τους καλησπέρισα στα ελληνικά, το ίδιο κι αυτοί. Ήτανε όμως σφιγμένοι, κουμπωμένοι και ως το τέλος έτσι παραμείνανε. Ο μπαρμπα Γιάννης όμως ήτανε πρόσχαρος και ανοιχτός από την πρώτη κιόλας ώρα. Ποιος Θεός σε καταράστηκε και βρέθηκες στην Ίμβρο τέτοιον καιρό, με ρώτησε, κι αμέσως, χαμογελώντας κατευθύνθηκα δίπλα του. Κάθισα κοντά τους κι εκείνοι συνεχίσανε για καμιά ώρα ακόμα το παιχνίδι τους λέγοντας διάφορα αστεία του βίου τους και γελώντας τρανταχτά.
Κάποτε το αποφάσισα και ρώτησα τον μπάρμπα Γιάννη, που ήτανε πολύ καταδεκτικός μαζί μου, αν έχει κάνενα μέρος για να με κοιμήσει απόψε. Δεν απάντησε αμέσως αλλά το επεξεργάστηκε. Ύστερα από αρκετή ώρα κι ενώ νόμιζα ότι προσπέρασε αδιάφορα το αίτημα μου, δήλωσε με αποφασιστικό ύφος στην ομήγυρη ότι ο μουσαφίρης απόψε θα κοιμηθεί σπίτι του. Ένιωθε χρέος του να δώσει λογαριασμό στους χωριανούς, όχι σε μένα κι έτσι ανακοίνωσε την απόφασή του σ' εκείνους.
Σαν αρχίσανε λοιπόν ο ένας μετά τον άλλον να αποχωρούνε από το καφενείο για να κάνουνε πρωτοχρονιά με τις γριές τους, να πάρουνε τηλέφωνο και τα παιδιά τους στην Ελλάδα για ευχές, ακολούθησα κι εγώ τον μπάρμπα Γιάννη μέσα στα κακοτράχαλα σκοτεινά σοκάκια του χωριού. Η οικογένειά του όπως και ο ίδιος μένανε τα τελευταία τριάντα χρόνια στη Θεσσαλονίκη αλλά εκείνος είχε πάει στο χωριό για τις ελιές, κι ήτανε η μόνη χρονιά που ξέμεινε εκεί ως τις γιορτές δίχως κανένα ουσιαστικό λόγο. Θεομόναχο θα τον έβρισκε ο νέος χρόνος αν δεν με είχε καταραστεί ο θεός να βρεθώ εκεί! Κι εγώ θεομόναχος στο κρύο και στην αφιλόξενη ερημιά θα έμενα αν δεν είχε ξεμείνει να με περιμένει. Ο καθένας και το τυχερό του.
Έτσι κάτσαμε παρέα στο εργένικο τραπέζι του. Με ελιές, τυρί και παξιμάδια, με τραγούδια και μνήμες από την παλιά ζωή στο χωριό τσουγκρίσαμε τα ποτήρια με το γενί ρακί και ευχηθήκαμε ο ένας στον άλλον για το 2004 που έμπαινε φουριόζο και φιλόδοξο. Πήραμε και την οικογένειά του τηλέφωνο στη Σαλονίκη κι ακούσαμε ευχές από την Ελλάδα. Δώδεκα και είκοσι ήμασταν στα κρεβάτια μας και το πρωί με ξύπνησε νωρίς με τσάι και παξιμάδια, ρούφα το πρωινό σου μου είπε για να πάμε στην εκκλησία! Και μπήκα πρωτοχρονιά του τέσσερα σε εκκλησία κι ήτανε σαν να μην έχω ξαναμπεί ποτέ. Όπως και ο ελληνοτουρκικός καφές που ήπια μετά τη λειτουργία στο καφενείο ήτανε σαν ο πρώτος της ζωής μου.
Φέτος έμαθα από τον Μάκη Καμπουρόπουλο, Ίμβριο φίλο που ζει στην Πόλη και διδάσκει στη Μεγάλη του Γένους Σχολή ότι ο μπάρμπα Γιάννης έχει το παρατσούκλι Γενικός, υποθέτω επειδή είναι το λύσε και το δέσε στο χωριό, έμαθα ακόμα ότι, όπως συνήθως, δεν ήτανε φέτος τα Χριστούγεννα εκεί, έμεινε κοντά στην οικογένειά του, στη Θεσσαλονίκη. Τότε όμως που έπρεπε ήτανε εκεί, μάλλον με περίμενε για να ζήσω μαζί του την αξέχαστη πρωτοχρονιά της ζωής μου. Σ' ευχαριστώ για άλλη μια φορά μπάρμπα Γιάννη. Τις τελευταίες ώρες κάθε χρόνου εσένα θυμάμαι.
Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2009
Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2009
Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2009
Χριστιανική αγάπη
Είναι λίγο πριν φύγει το 2009, πρωί, περίπου εννιά η ώρα και τα βήματά μου τυγχάνουν έξω από έναν μητροπολιτικό ναό όπου γίνονται διάφορες εργασίες. Ο καντηλανάφτης φροκαλίζει την αυλή, ο παπάς πηγαινοέρχεται από την εκκλησία στην αίθουσα δεξιώσεων και τούμπαλιν, η γριούλα μαυροφόρα και κάπως καμπουριαστή καθαρίστρια με το ξεσκονόπανο στο χέρι καθαρίζει τα παντζούρια της αίθουσας. Όλα δείχνουνε να ετοιμάζονται για τις μεγάλες μέρες της αγάπης.
Στην πρωινή ερημιά του δρόμου έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση ένας άνθρωπος ανάπηρος που περπατάει με δυσκολία κι έχει κρεμασμένο στο παράλυτο χέρι του ένα καλαθάκι με ξηρούς καρπούς, τους οποίους υποψιάζομαι ότι πουλάει στη γύρω περιοχή για να εξοικονομήσει κατιτίς και να μπορεί να ζήσει.
Και τότε συμβαίνει το μοιραίο. Λίγο πριν συναντηθούνε οι διαδρομές μας, πέντε περίπου μέτρα πριν φτάσει κοντά μου, σκοντάφτει. Τα ανάπηρα πόδια του δε μπορούν να τον βαστήξουν, τα σχεδόν παράλυτα χέρια του δε μπορούν να τον στηρίξουν κι έτσι βρίσκεται στο λεπτό πεσμένος φαρδύς πλατύς στην άσφαλτο χτυπώντας με ορμή το κεφάλι του στο κράσπεδο του πεζοδρομίου. Ξαφνικά γέμισε ο τόπος φυστίκια κι αίμματα και η ατμόσφαιρα κραυγές. Έτρεξα κοντά του και προσπάθησα να τον σηκώσω ενώ αιμορραγούσε ανεξέλεγκτα από το μέτωπο. Ήταν βαρύς με το παλτό που φορούσε και η αναπηρία τον έκανε δυσκίνητο. Δυσκολευόμουν και έψαχνα με το μάτι ολόγυρα για βοήθεια. Ανασηκώθηκα κάπως και είδα τον παπά της εκκλησίας να βγαίνει τρέχοντας από την αίθουσα δεζιώσεων. Ανακουφίστηκα στη βοήθεια που πλησίαζε αλλά γρήγορα έμεινα εμβρόντητος, έπεσα από τα σύννεφα διότι τον έβλεπα να έρχεται φωνασκώντας με ύφος απειλιτικό κατά πάνω μου και εννοώντας να σώσει τον ανάπηρο ενορίτη του από τα χέρια του επίδοξου κλέφτη που τον έριξε κάτω βίαια για να του πάρει την πενιχρή είσπραξη!
Ο άνθρωπος αιμορραγούσε μες στο δρόμο κι εγώ προσπαθούσα να πείσω τον παπά ότι πρέπει να με βοηθήσει να τον σηκώσουμε διότι δεν τον έριξα εγώ κάτω, απλά ήμουν αυτόπτης μάρτυρας στην ατυχή του πτώση! Και σαν ο παπάς επείσθη ότι λέω την αλήθεια άρχισε να τρέχει απάνω κάτω στο μικρό δρομάκι, να τρίβει τα χέρια του και να φωνάζει αγχωμένος συνεχώς "τι θα κάνουμε τώρα, τι θα κάνουμε τώρα"! Ο καντηλανάφτης ακούμπησε πάνω στη σκούπα του και έβλεπε το θέαμα του τραυματία και του παπά να τρεχοβολάει σαν μαύρη σβούρα κι εγώ φώναζα στους δυο τους να αφήσουνε ο ένας τις υστερίες και ο άλλος το χάζι και να πάρουνε τηλέφωνο στο ΕΚΑΒ, να στείλει ασθενοφόρο! Ώσπου εκείνη την ώρα έρχεται στο στενό δρόμο ένα αυτοκίνητο και σταματάει πίσω από την πλάτη μου και τον πεσμένο κατάχαμα άνθρωπο. Ανασηκώνομαι πάλι και βλέπω στη θέση του οδηγού έναν άλλον παπά να έχει σταυρώσει τα χέρια του στο στήθος και να περιμένει πότε θα σηκώσουνε το εμπόδιο από το δρόμο για να μπορέσει να περάσει! Έγινα έξαλλος, τόσο έξαλλος που βρήκα τη δύναμη να σηκώσω μόνος μου τον χτυπημένο και να τον βάλω να καθίσει στην άκρη, σε ένα σκαλοπάτι. Ο παπάς-οδηγός πέρασε και εξαφανίστηκε, ο παπάς-υστερική σβούρα τριγυρνούσε ακόμα πάνω κάτω στο δρομάκι τρίβοντας τα χέρια του και αναρωτόμενος τι θα κάνουμε τώρα, ο καντηλανάφτης ήτανε ακόμα ακουμπιστός πάνω στη σκούπα και κοιτούσε σαν χαμένος και, το κερασάκι στην τούρτα, βγάζει η γριά καθαρίστρια το κεφάλι της από το παντζούρι όπου έκανε τα τζάμια και βλέποντας τον ζαλισμένο τραυματία να κάθεται από κάτω, του λέει με ύφος αυστηρό: "Αφού παιδάκι μου είσαι ανάπηρος, γιατί βγαίνεις από το σπίτι σου;"
Τότε είπα στον εαυτό μου "φύγε διότι θα κάνεις φονικό και θα μπλέξεις χριστουγεννιάτικα". Τους άφησα τον τραυματία αμανάτι για να τον παραδώσουνε στο ασθενοφόρο που ήλπιζα ότι θα καλέσουνε κι έφυγα βέβαιος ότι ο παπάς τουλάχιστον θα έκανε και μαθήματα χριστιανικής ηθικής και αλληλεγγύης στους τραυματιοφορείς που θα κατέφταναν, διότι αν δεν ήτανε εκείνος να στέκει έξω από την εκκλησιά τη στιγμή που έπεσε κάτω ο άνθρωπος, τώρα ίσως να είχε ξεμάξει κατάδρομα και να μην τον έβρισκε ο νέος χρόνος τον άμοιρο.
Στην πρωινή ερημιά του δρόμου έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση ένας άνθρωπος ανάπηρος που περπατάει με δυσκολία κι έχει κρεμασμένο στο παράλυτο χέρι του ένα καλαθάκι με ξηρούς καρπούς, τους οποίους υποψιάζομαι ότι πουλάει στη γύρω περιοχή για να εξοικονομήσει κατιτίς και να μπορεί να ζήσει.
Και τότε συμβαίνει το μοιραίο. Λίγο πριν συναντηθούνε οι διαδρομές μας, πέντε περίπου μέτρα πριν φτάσει κοντά μου, σκοντάφτει. Τα ανάπηρα πόδια του δε μπορούν να τον βαστήξουν, τα σχεδόν παράλυτα χέρια του δε μπορούν να τον στηρίξουν κι έτσι βρίσκεται στο λεπτό πεσμένος φαρδύς πλατύς στην άσφαλτο χτυπώντας με ορμή το κεφάλι του στο κράσπεδο του πεζοδρομίου. Ξαφνικά γέμισε ο τόπος φυστίκια κι αίμματα και η ατμόσφαιρα κραυγές. Έτρεξα κοντά του και προσπάθησα να τον σηκώσω ενώ αιμορραγούσε ανεξέλεγκτα από το μέτωπο. Ήταν βαρύς με το παλτό που φορούσε και η αναπηρία τον έκανε δυσκίνητο. Δυσκολευόμουν και έψαχνα με το μάτι ολόγυρα για βοήθεια. Ανασηκώθηκα κάπως και είδα τον παπά της εκκλησίας να βγαίνει τρέχοντας από την αίθουσα δεζιώσεων. Ανακουφίστηκα στη βοήθεια που πλησίαζε αλλά γρήγορα έμεινα εμβρόντητος, έπεσα από τα σύννεφα διότι τον έβλεπα να έρχεται φωνασκώντας με ύφος απειλιτικό κατά πάνω μου και εννοώντας να σώσει τον ανάπηρο ενορίτη του από τα χέρια του επίδοξου κλέφτη που τον έριξε κάτω βίαια για να του πάρει την πενιχρή είσπραξη!
Ο άνθρωπος αιμορραγούσε μες στο δρόμο κι εγώ προσπαθούσα να πείσω τον παπά ότι πρέπει να με βοηθήσει να τον σηκώσουμε διότι δεν τον έριξα εγώ κάτω, απλά ήμουν αυτόπτης μάρτυρας στην ατυχή του πτώση! Και σαν ο παπάς επείσθη ότι λέω την αλήθεια άρχισε να τρέχει απάνω κάτω στο μικρό δρομάκι, να τρίβει τα χέρια του και να φωνάζει αγχωμένος συνεχώς "τι θα κάνουμε τώρα, τι θα κάνουμε τώρα"! Ο καντηλανάφτης ακούμπησε πάνω στη σκούπα του και έβλεπε το θέαμα του τραυματία και του παπά να τρεχοβολάει σαν μαύρη σβούρα κι εγώ φώναζα στους δυο τους να αφήσουνε ο ένας τις υστερίες και ο άλλος το χάζι και να πάρουνε τηλέφωνο στο ΕΚΑΒ, να στείλει ασθενοφόρο! Ώσπου εκείνη την ώρα έρχεται στο στενό δρόμο ένα αυτοκίνητο και σταματάει πίσω από την πλάτη μου και τον πεσμένο κατάχαμα άνθρωπο. Ανασηκώνομαι πάλι και βλέπω στη θέση του οδηγού έναν άλλον παπά να έχει σταυρώσει τα χέρια του στο στήθος και να περιμένει πότε θα σηκώσουνε το εμπόδιο από το δρόμο για να μπορέσει να περάσει! Έγινα έξαλλος, τόσο έξαλλος που βρήκα τη δύναμη να σηκώσω μόνος μου τον χτυπημένο και να τον βάλω να καθίσει στην άκρη, σε ένα σκαλοπάτι. Ο παπάς-οδηγός πέρασε και εξαφανίστηκε, ο παπάς-υστερική σβούρα τριγυρνούσε ακόμα πάνω κάτω στο δρομάκι τρίβοντας τα χέρια του και αναρωτόμενος τι θα κάνουμε τώρα, ο καντηλανάφτης ήτανε ακόμα ακουμπιστός πάνω στη σκούπα και κοιτούσε σαν χαμένος και, το κερασάκι στην τούρτα, βγάζει η γριά καθαρίστρια το κεφάλι της από το παντζούρι όπου έκανε τα τζάμια και βλέποντας τον ζαλισμένο τραυματία να κάθεται από κάτω, του λέει με ύφος αυστηρό: "Αφού παιδάκι μου είσαι ανάπηρος, γιατί βγαίνεις από το σπίτι σου;"
Τότε είπα στον εαυτό μου "φύγε διότι θα κάνεις φονικό και θα μπλέξεις χριστουγεννιάτικα". Τους άφησα τον τραυματία αμανάτι για να τον παραδώσουνε στο ασθενοφόρο που ήλπιζα ότι θα καλέσουνε κι έφυγα βέβαιος ότι ο παπάς τουλάχιστον θα έκανε και μαθήματα χριστιανικής ηθικής και αλληλεγγύης στους τραυματιοφορείς που θα κατέφταναν, διότι αν δεν ήτανε εκείνος να στέκει έξω από την εκκλησιά τη στιγμή που έπεσε κάτω ο άνθρωπος, τώρα ίσως να είχε ξεμάξει κατάδρομα και να μην τον έβρισκε ο νέος χρόνος τον άμοιρο.
Οι γάτες του Τζιχάνγκιρ
Όταν ξυπνούσε το πρωί ο Μωάμεθ και έβλεπε τη γάτα να κοιμάται απλωτή πάνω στον μανδύα του προτιμούσε να βγει έξω στο κρύο δίχως αυτόν παρά να την ενοχλήσει για να τον πάρει. Αυτή και μόνο η δοξασία ήταν αρκετή για να αναγορεύσει τα γατιά ως σεβάσμια πλάσματα στον μουσουλμανικό κόσμο, γεγονός που ισχύει μέχρι σήμερα.
Τέτοιες σκέψεις περνάνε από το νου τούτες τις μέρες των χριστουγέννων μιας και ο δικός μας Μωάμεθ, ο Χριστούλης δίδαξε την αγάπη προς τον άνθρωπο δίχως να αφήσει τίποτα πίσω του σχετικά με τα ζωάκια, εκτός ίσως από την εικόνα με το αρνάκι που χρησιμοποιεί ως κασκόλ κι εμείς το σουβλίζουμε κάθε πάσχα μάλλον για να τον βοηθήσουμε να το ξεφορτωθεί. Οι καλοί και σύγχρονοι χριστιανοί όμως, που βέβαια δεν είναι από αυτούς που πάνε ανελλιπώς στις εκκλησιές και ζουν με το φόβο της αμαρτίας και τον κομπλεξισμό της ανικανοποίητης σεξουαλικότητας, εξέλιξαν μόνοι τους την πατρώα θεωρεία, γνώρισαν τον άνθρωπο και αγάπησαν τα ζώα, ανέπτυξαν φιλοζωικά αισθήματα και δεν περίμεναν από καμιά θρησκευτική διδαχή να τους τα προπαγανδίσει.
Πριν από λίγο καιρό επισκέφθηκα για άλλη μια φορά την Ισταμπούλ και ένιωσα τόσο μεγάλη έκπληξη ζώντας και πάλι από κοντά την αρμονική συμβίωση ανθρώπων και ζώων, κυρίως γατιών, σε αυτή την πόλη. Στο κέντρο της Ιστάμπουλ και ιδίως στην αστική συνοικία του Τζιχάνγκιρ – κάτι μεταξύ Εξαρχείων και Κολωνακίου για να καταλαβαινόμαστε με όρους ελληνικούς- οι στρουμπουλές γυαλιστερές και αφράτες γάτες κυκλοφορούν ολημερίς και ολονυχτίς ανάμεσα στους θαμώνες των μπαρ, εστιατορίων και καφετεριών, τρίβονται στα πόδια τους, κάθονται στις καρέκλες τους, τρώνε από το περίσσευμά τους και δεν τις ενοχλεί, δεν τις διώχνει, δεν τις κλοτσάει και δεν τους κακομιλάει ουδείς. Σκεφτόμουνα λοιπόν ότι αν πάρω μια τέτοια γάτα και τη φέρω ξαφνικά στην Αθήνα, την αφήσω ένα πρωί «αδέσποτη» στο Κολωνάκι και αρχίσω να την παρακολουθώ, θα δω ότι στην πρώτη κλοτσιά που θα φάει θα σταθεί απορημένη και θα κοιτάει τον άνθρωπο νομίζοντας ότι αυτός σκόνταψε. Ίσως να περάσει από το μυαλό της και πως πρέπει να τον βοηθήσει. Σίγουρα πάντως δεν θα καταλάβει ότι ο άνθρωπος την κλώτσησε επειδή τη θεωρεί κατώτερο ον (πού να ’ξερε ο άμοιρος), επειδή ίσως τη σιχαίνεται ή τέλος πάντων επειδή ενοχλείται από την παρουσία της. Οι γάτες του Τζιχάνγκιρ και γενικά όλες οι γάτες της Ανατολής δεν έχουν στα γονίδιά τους την πληροφορία ότι οι άνθρωποι δεν αγαπούν τις γάτες.
Μετάφραση στα τουρκικά: Sebnem Arslan
CİHANGİR KEDİLERİ
Haz. Muhammed sabah uyanıp, kedinin sere serpe pelerinin üzerinde uyuduğunu görünce pelerinini alarak onu uyandırıp rahatsız etmek yerine dışarıya pelerinsiz çıkmayı tercih etmiş. Sadece bu kadarıyla bile kedilerin islam dünyasında, günümüzde de devam eden itibar ve saygınlık kaznmalarına yetmiş.
İnsalara karşı sevgi öğretisinden, kaşkol gibi omuzlarının üzerinde kuzuyla tasvir edildiği ikonanın dışında ve bizim de her Paskalya bayramında onu omuzlarındaki yükten kurtarmak için belki de çevirdiğimiz kuzudan başka hayvanlarla ilgili bir öğretiyi geride bırakmamış bizim Muhammedi'miz, İsa'nın doğum günü olan noel kutlamalarının yaşandığı böylesi zamanlarda bu tür düşünceler insanı meşgul ediyor.
Ancak, tabii ki, kiliselere aksatmadan giden, günah korkusuyla ve cinsel yetersizlik kompleksiyle yaşayanlardan olmayan bizim çağdaş, iyi hristiyanlarımız, kendi kendilerine ana teorileri geliştirip hayvan severlik duygularını yetileri arasına katıp, herhangi bir dini öğretinin propagandasını beklemeden insanoğlunu tanıyarak hayvanları sevdiler.
Kısa süre önce bir kez daha gittiğim İstanbul'da, bu şehirdeki insanlarla hayvanların, özellikle de kedilerin nasıl uyum içinde yaşadıklarına yeniden yakından şahit olunca şaşkınlık geçirdim. İstanbul'un göbeğinde, yunan tarzıyla daha anlaşılır olması için, bizim Atina''daki Kolonaki'yle Eksarhia semtlerinin karışımı olan bir semtteki, yani Cihangir'deki tombul, parlak tüyleriyle, yuvarlak kediler bütün gün ve gece boyunca, barların, lokantaların, kafeteryaların müdavimleri arasında dolaşıp, onların bacaklarına sürtünüyor, oturdukları sandalyelerde oturuyor, yemek artıklarından yiyorlardı ve bu durum insanları hiç de rahatsız etmediği gibi onları ne tekmeleyen, ne kovan ne de azarlayan kimse vardı.
İşte o kedilerden birini alıp Atina'ya getirsem, “başı boş” olarak Kolonaki'ye bıraksam ve uzaktan onu izlesem yiyeceği ilk tekmede dönüp adamın ona ayağının takıldığını sanarak şaşkınlıkla ona bakacağını düşünüyorum.Belki hatta onu tekmeleyen adama yardım etmesi gerektiğini bile aklından geçirecektir. Kesin olan şu ki, zavallı kedi, adamının onu en alçak seviyedeki yaratık olarak(nerden bilsin zavallı) gördüğü ya da ondan tiksindiği hatta belki de sadece varlığı adamı rahatsız ettiği için tekmelenmiş olabileceğini anlayamayacaktır. Cihangir kedileriyle, genelde Anadolu kedilerinin genlerinde insanların kedileri sevmediklerine dair bir bilgi yok.
Τέτοιες σκέψεις περνάνε από το νου τούτες τις μέρες των χριστουγέννων μιας και ο δικός μας Μωάμεθ, ο Χριστούλης δίδαξε την αγάπη προς τον άνθρωπο δίχως να αφήσει τίποτα πίσω του σχετικά με τα ζωάκια, εκτός ίσως από την εικόνα με το αρνάκι που χρησιμοποιεί ως κασκόλ κι εμείς το σουβλίζουμε κάθε πάσχα μάλλον για να τον βοηθήσουμε να το ξεφορτωθεί. Οι καλοί και σύγχρονοι χριστιανοί όμως, που βέβαια δεν είναι από αυτούς που πάνε ανελλιπώς στις εκκλησιές και ζουν με το φόβο της αμαρτίας και τον κομπλεξισμό της ανικανοποίητης σεξουαλικότητας, εξέλιξαν μόνοι τους την πατρώα θεωρεία, γνώρισαν τον άνθρωπο και αγάπησαν τα ζώα, ανέπτυξαν φιλοζωικά αισθήματα και δεν περίμεναν από καμιά θρησκευτική διδαχή να τους τα προπαγανδίσει.
Πριν από λίγο καιρό επισκέφθηκα για άλλη μια φορά την Ισταμπούλ και ένιωσα τόσο μεγάλη έκπληξη ζώντας και πάλι από κοντά την αρμονική συμβίωση ανθρώπων και ζώων, κυρίως γατιών, σε αυτή την πόλη. Στο κέντρο της Ιστάμπουλ και ιδίως στην αστική συνοικία του Τζιχάνγκιρ – κάτι μεταξύ Εξαρχείων και Κολωνακίου για να καταλαβαινόμαστε με όρους ελληνικούς- οι στρουμπουλές γυαλιστερές και αφράτες γάτες κυκλοφορούν ολημερίς και ολονυχτίς ανάμεσα στους θαμώνες των μπαρ, εστιατορίων και καφετεριών, τρίβονται στα πόδια τους, κάθονται στις καρέκλες τους, τρώνε από το περίσσευμά τους και δεν τις ενοχλεί, δεν τις διώχνει, δεν τις κλοτσάει και δεν τους κακομιλάει ουδείς. Σκεφτόμουνα λοιπόν ότι αν πάρω μια τέτοια γάτα και τη φέρω ξαφνικά στην Αθήνα, την αφήσω ένα πρωί «αδέσποτη» στο Κολωνάκι και αρχίσω να την παρακολουθώ, θα δω ότι στην πρώτη κλοτσιά που θα φάει θα σταθεί απορημένη και θα κοιτάει τον άνθρωπο νομίζοντας ότι αυτός σκόνταψε. Ίσως να περάσει από το μυαλό της και πως πρέπει να τον βοηθήσει. Σίγουρα πάντως δεν θα καταλάβει ότι ο άνθρωπος την κλώτσησε επειδή τη θεωρεί κατώτερο ον (πού να ’ξερε ο άμοιρος), επειδή ίσως τη σιχαίνεται ή τέλος πάντων επειδή ενοχλείται από την παρουσία της. Οι γάτες του Τζιχάνγκιρ και γενικά όλες οι γάτες της Ανατολής δεν έχουν στα γονίδιά τους την πληροφορία ότι οι άνθρωποι δεν αγαπούν τις γάτες.
Μετάφραση στα τουρκικά: Sebnem Arslan
CİHANGİR KEDİLERİ
Haz. Muhammed sabah uyanıp, kedinin sere serpe pelerinin üzerinde uyuduğunu görünce pelerinini alarak onu uyandırıp rahatsız etmek yerine dışarıya pelerinsiz çıkmayı tercih etmiş. Sadece bu kadarıyla bile kedilerin islam dünyasında, günümüzde de devam eden itibar ve saygınlık kaznmalarına yetmiş.
İnsalara karşı sevgi öğretisinden, kaşkol gibi omuzlarının üzerinde kuzuyla tasvir edildiği ikonanın dışında ve bizim de her Paskalya bayramında onu omuzlarındaki yükten kurtarmak için belki de çevirdiğimiz kuzudan başka hayvanlarla ilgili bir öğretiyi geride bırakmamış bizim Muhammedi'miz, İsa'nın doğum günü olan noel kutlamalarının yaşandığı böylesi zamanlarda bu tür düşünceler insanı meşgul ediyor.
Ancak, tabii ki, kiliselere aksatmadan giden, günah korkusuyla ve cinsel yetersizlik kompleksiyle yaşayanlardan olmayan bizim çağdaş, iyi hristiyanlarımız, kendi kendilerine ana teorileri geliştirip hayvan severlik duygularını yetileri arasına katıp, herhangi bir dini öğretinin propagandasını beklemeden insanoğlunu tanıyarak hayvanları sevdiler.
Kısa süre önce bir kez daha gittiğim İstanbul'da, bu şehirdeki insanlarla hayvanların, özellikle de kedilerin nasıl uyum içinde yaşadıklarına yeniden yakından şahit olunca şaşkınlık geçirdim. İstanbul'un göbeğinde, yunan tarzıyla daha anlaşılır olması için, bizim Atina''daki Kolonaki'yle Eksarhia semtlerinin karışımı olan bir semtteki, yani Cihangir'deki tombul, parlak tüyleriyle, yuvarlak kediler bütün gün ve gece boyunca, barların, lokantaların, kafeteryaların müdavimleri arasında dolaşıp, onların bacaklarına sürtünüyor, oturdukları sandalyelerde oturuyor, yemek artıklarından yiyorlardı ve bu durum insanları hiç de rahatsız etmediği gibi onları ne tekmeleyen, ne kovan ne de azarlayan kimse vardı.
İşte o kedilerden birini alıp Atina'ya getirsem, “başı boş” olarak Kolonaki'ye bıraksam ve uzaktan onu izlesem yiyeceği ilk tekmede dönüp adamın ona ayağının takıldığını sanarak şaşkınlıkla ona bakacağını düşünüyorum.Belki hatta onu tekmeleyen adama yardım etmesi gerektiğini bile aklından geçirecektir. Kesin olan şu ki, zavallı kedi, adamının onu en alçak seviyedeki yaratık olarak(nerden bilsin zavallı) gördüğü ya da ondan tiksindiği hatta belki de sadece varlığı adamı rahatsız ettiği için tekmelenmiş olabileceğini anlayamayacaktır. Cihangir kedileriyle, genelde Anadolu kedilerinin genlerinde insanların kedileri sevmediklerine dair bir bilgi yok.
Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2009
Ώρα καλή
Η γιαγιά στεκότανε μπροστά στο στύλο της ΔΕΗ και προσπαθούσε να αναγνώσει το κηδειόχαρτο. Είχε διαβάσει ως φαίνεται τα χοντρά και της μένανε οι λεπτομέρειες. Πήγαινε λοιπόν ένα βηματάκι μπρος ένα πίσω, αργόσερνε το κεφάλι της μια κοντά μια μακριά, δεν έβλεπε όμως το ποθούμενο. Ώσπου, την ώρα πια που έφτασα κοντά, απελπισμένη έστρεψε κατά το δρόμο, βρήκε δίπλα της έναν περαστικό και ζήτησε βοήθεια ανάγνωσης.
Τι ώρα γράφει εδώ κύριε; Δεν έχω τα γυαλιά μου.
Τρεις και μισή άκουσα τον άλλον να λέει, σκύβοντας λίγο το κεφάλι κατά το στύλο.
Ώρα καλή...
Τι ώρα γράφει εδώ κύριε; Δεν έχω τα γυαλιά μου.
Τρεις και μισή άκουσα τον άλλον να λέει, σκύβοντας λίγο το κεφάλι κατά το στύλο.
Ώρα καλή...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)