Τα 7 Μποφόρ συλλέγουν μικρά διηγήματα με ήρωες τους παραδοσιακούς κεφτέδες και τίτλο:
"Τέτοιους κεφτέδες δεν έχω ξαναφάει"
Όλοι έχουν μια ανάμνηση από κάποια στιγμή της ζωής τους συνδεμένη με τους κεφτέδες. Οι περισσότεροι θυμούνται τη γεύση κάποιων κεφτέδων και αναπολούν, λένε ότι σαν αυτούς δεν έφαγαν πουθενά έκτοτε. Κι αυτό φυσικά διότι τους έχουν συνδέσει με τη συγκεκριμένη, όμορφη συνήθως, στιγμή της ζωής τους. Αυτή τη στιγμή ζητάμε. Με αφορμή τη γεύση λοιπόν, αναπολήστε και γράψτε τη δική σας μικρή ή μεγαλη ιστορία.
Ανεβάστε την ως σχόλιο εδώ ή αν είναι μεγαλύτερη από το επιτρεπόμενο όριο χαρακτήρων, στειλτε την στο akridaki@gmail.com
Αν δεν έχετε χρόνο ή νομίζετε ότι δεν έχετε έφεση στη συγγραφή, γράψτε μονάχα την ανάμνηση του τόπου, του χρόνου, των συνθηκών. Μας ενδιαφέρουν όλα αυτά που έκαναν τους κεφτέδες που θυμάστε, μοναδικούς!
Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2010
Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2010
Ο Πουνέντες έχει κέφια
Απόγεμα ήτανε κι είχε ένα όμορφο φως, παράξενα γαλήνιο. Σαν να περίμενε την καταστροφή του το νησί, κάπως έτσι έμοιαζε η ατμόσφαιρα. Κατέβηκα στη θάλασσα και είδα τον καπετάνιο να προβάλει κι αυτός στο μόλο. Έμαθα τις ώρες του πια, σκέφτηκα με ικανοποίηση. Φρεσκοξουρισμένος ήτανε, ανάβλυζε μια βαρια μυρωδιά σπίρτου κι είχανε τα μάγουλά του καμιά δεκαριά κοψιές ολόφρεσκιες.
Πού είναι τ' όπλο σου, με ρώτησε σχεδόν γελαστός σαν έφτασα κοντά του κι έδειξε κατά το βουνό. Εννοούσε την ομπρέλα μου βέβαια αφού τα μαύρα σύννεφα είχανε κατέβει χαμηλά και μύριζε μπουρίνι. Είχε κέφια ο καπετάνιος. Όχι μόνο επειδή ένιωθε την ευεξία του ξυρίσματος μα κυρίως διότι τις τελευταίες δυο μέρες ο αέρας ανέβαινε, από σορόκος γινότανε πουνέντες και βορειοδυτικός, είχε καιρό ακόμα μπροστά μέχρι να ξανανοτιαδίσει και να πρέπει να μεταδέσει εκείνος το καΐκι του απέναντι.
Καταχνιά έχει από κει ε; γύρισα και κοίταξα κατά τη μεριά που μου έδειχνε.
Είναι του μπουρινιού, του μπουρινιού ο αέρας, είπε. Πάλι πίσω θα γυρίσει όμως, στη νοτιά. Αυτό τώρα θα πάει μέχρι βορειοδυτικός, ύστερα πάλι δυτικός και μετά νοτιά. Αυτό το βιολί βαρά τώρα δυο μήνες. Αλλά άμαν κατήβει κι ο πούστης ο βοριάς δεν έχει χειρότερο, θα πιάσει το κρύο και άντε να βγεις όξω να πα κάμεις δουλειά πια. Πήρε ο βοριάς, τελείωσε.
Αυτά λέγαμε και περπατούσαμε δίπλα δίπλα στο μόλο σαν έπιασε να ρίχνει μια ήσυχη και ψιλή ψιλή βροχή σαν της καρφίτσας τον κώλο. Πιάσαμε απάγκιο σ' ένα υπόστεγο και μου 'πε για τα ψαρέματα στο πέλαγος, για καθετές με μισινέζες διακοσάρες και με σύρμα στο τελείωμα που το σπάνε μονάχα οι τούνες, μου 'πε και για τα σκυλόψαρα που τα φέρνει με ρεμούλκα πίσω στο λιμάνι. Ζωντανά είναι, κουτρουβαλάνε από πίσω αλλά τα φέρνω σιγά σιγά, από την Ικαριά απ' όξω έχω φέρει πόσες φορές, σκυλόψαρα πεντακόσα κιλά, εξακόσα. Πρέπει να το γαντζώσεις με το γάντζο, να το δέσεις, να του περάσεις ένα σκοινί μέσα από το στόμα του να το βγάλεις από το σπάραχνο, να του βάλεις άλλη θηλιά στη μέση, δυο σκοινιά, έχεις στη μούρη του το πλωριό σκοινί, έχεις και στη μέση το άλλο, δυο σκοινιά θέλει γιατί με το ένα θα σκίσει το σπάραχνο και θα φύει, κουτρουβαλά ευτό ύστερι από πίσω απ' το καΐκι κι έρκεται. Τέτοια απίστευτα μου 'λεγε για κάμποση ώρα και τον κοιτούσα με το στόμα ανοιχτό, φανταζόμουνα έναν άνθρωπο θεομόναχο μες στο πέλαγος να πολεμάει με το κήτος έχοντας για όπλα ένα γάντζο και δυο σκοινιά, είναι μια να το πιάσω με το μεγάλο γάντζο, ύστερι το δένω, μου είπε πάλι γελαστός σαν είδε την εκστασιασμένη φάτσα μου. Είπαμε, είχε κέφια ο καπετάνιος εκείνο τ' απόγεμα, τα κέφια του Πουνέντε που δεν απειλεί το καΐκι του.
Σε λιγάκι έκοψε απότομα τη διήγηση. Με βαρέθηκε και με το δίκιο του. Εδώ παλεύει με σκυλόψαρα κι εγώ τον κοιτάζω σαν χάνος. Ούτε για τη γάτα του δεν κάνω.
Έβγαλε το κεφάλι του από το υπόστεγο κι έστρεψε κατά τη δύση να δει πού βαστάνε τα νερά. Δεν έχει πολλά, διαπίστωσε, έκαμε μάτι. Γύρισα και είδα ένα κομμάτι ουρανού στο χρώμα του ηλιοβασιλέματος να φαντάζει σαν νυσταγμένο μάτι στο κέντρο της μουντάδας.
Σε λίγο ένα ολόλαμπρο ουράνιο τόξο φάνηκε ολόκληρο να στεφανώνει το λιμάνι.
Πού είναι τ' όπλο σου, με ρώτησε σχεδόν γελαστός σαν έφτασα κοντά του κι έδειξε κατά το βουνό. Εννοούσε την ομπρέλα μου βέβαια αφού τα μαύρα σύννεφα είχανε κατέβει χαμηλά και μύριζε μπουρίνι. Είχε κέφια ο καπετάνιος. Όχι μόνο επειδή ένιωθε την ευεξία του ξυρίσματος μα κυρίως διότι τις τελευταίες δυο μέρες ο αέρας ανέβαινε, από σορόκος γινότανε πουνέντες και βορειοδυτικός, είχε καιρό ακόμα μπροστά μέχρι να ξανανοτιαδίσει και να πρέπει να μεταδέσει εκείνος το καΐκι του απέναντι.
Καταχνιά έχει από κει ε; γύρισα και κοίταξα κατά τη μεριά που μου έδειχνε.
Είναι του μπουρινιού, του μπουρινιού ο αέρας, είπε. Πάλι πίσω θα γυρίσει όμως, στη νοτιά. Αυτό τώρα θα πάει μέχρι βορειοδυτικός, ύστερα πάλι δυτικός και μετά νοτιά. Αυτό το βιολί βαρά τώρα δυο μήνες. Αλλά άμαν κατήβει κι ο πούστης ο βοριάς δεν έχει χειρότερο, θα πιάσει το κρύο και άντε να βγεις όξω να πα κάμεις δουλειά πια. Πήρε ο βοριάς, τελείωσε.
Αυτά λέγαμε και περπατούσαμε δίπλα δίπλα στο μόλο σαν έπιασε να ρίχνει μια ήσυχη και ψιλή ψιλή βροχή σαν της καρφίτσας τον κώλο. Πιάσαμε απάγκιο σ' ένα υπόστεγο και μου 'πε για τα ψαρέματα στο πέλαγος, για καθετές με μισινέζες διακοσάρες και με σύρμα στο τελείωμα που το σπάνε μονάχα οι τούνες, μου 'πε και για τα σκυλόψαρα που τα φέρνει με ρεμούλκα πίσω στο λιμάνι. Ζωντανά είναι, κουτρουβαλάνε από πίσω αλλά τα φέρνω σιγά σιγά, από την Ικαριά απ' όξω έχω φέρει πόσες φορές, σκυλόψαρα πεντακόσα κιλά, εξακόσα. Πρέπει να το γαντζώσεις με το γάντζο, να το δέσεις, να του περάσεις ένα σκοινί μέσα από το στόμα του να το βγάλεις από το σπάραχνο, να του βάλεις άλλη θηλιά στη μέση, δυο σκοινιά, έχεις στη μούρη του το πλωριό σκοινί, έχεις και στη μέση το άλλο, δυο σκοινιά θέλει γιατί με το ένα θα σκίσει το σπάραχνο και θα φύει, κουτρουβαλά ευτό ύστερι από πίσω απ' το καΐκι κι έρκεται. Τέτοια απίστευτα μου 'λεγε για κάμποση ώρα και τον κοιτούσα με το στόμα ανοιχτό, φανταζόμουνα έναν άνθρωπο θεομόναχο μες στο πέλαγος να πολεμάει με το κήτος έχοντας για όπλα ένα γάντζο και δυο σκοινιά, είναι μια να το πιάσω με το μεγάλο γάντζο, ύστερι το δένω, μου είπε πάλι γελαστός σαν είδε την εκστασιασμένη φάτσα μου. Είπαμε, είχε κέφια ο καπετάνιος εκείνο τ' απόγεμα, τα κέφια του Πουνέντε που δεν απειλεί το καΐκι του.
Σε λιγάκι έκοψε απότομα τη διήγηση. Με βαρέθηκε και με το δίκιο του. Εδώ παλεύει με σκυλόψαρα κι εγώ τον κοιτάζω σαν χάνος. Ούτε για τη γάτα του δεν κάνω.
Έβγαλε το κεφάλι του από το υπόστεγο κι έστρεψε κατά τη δύση να δει πού βαστάνε τα νερά. Δεν έχει πολλά, διαπίστωσε, έκαμε μάτι. Γύρισα και είδα ένα κομμάτι ουρανού στο χρώμα του ηλιοβασιλέματος να φαντάζει σαν νυσταγμένο μάτι στο κέντρο της μουντάδας.
Σε λίγο ένα ολόλαμπρο ουράνιο τόξο φάνηκε ολόκληρο να στεφανώνει το λιμάνι.
Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2010
Εκσυγχρονισμός στη χρονοκαθυστέρηση
Σήμερα έζησα μια συναρπαστική περιπέτεια όχι σε κανένα βουνό απάτητο ή καμιά θάλασσα απάτωτη αλλά μέσα στην πόλη της Χίου και μάλιστα τρία μόλις τετράγωνα μακριά από το σπίτι μου. Πήγα στην Τράπεζα!
Πάω λοιπόν ν' ανοίξω την πόρτα για να μπω στο υποκατάστημα και βλέπω ότι είναι αδύνατον να τα καταφέρω. Να τραβάω από δω, να σπρώχνω από κει, τίποτα. Οι απομέσα γελούσανε και όλο κάτι μου γνέφανε που δεν καταλάβαινα. Σε μια στιγμή είπα Γιάννη περίμενε να έρθει καμιά γριά για τη σύνταξη, να σου ανοίξει να μπεις μαζί της. Κι έτσι έγινε. Σε ένα λεπτό έρχεται σινάμενη κουνάμενη μια κυρία, πατάει σαν να το είχε και στο σπίτι της το κουμπάκι με το κόκκινο δαχτυλίδι, γίνεται το δαχτυλίδι πράσινο κι ανοίγει η πόρτα. Χώνομαι κι εγώ από πίσω της. Ξαφνικά βρεθήκαμε, μπρος εκείνη πίσω εγώ, μέσα σ' ένα γυάλινο προθάλαμο της Τράπεζας με την πόρτα πίσω μας να κλείνει και την πόρτα μπρος μας να μην ανοίγει αν δεν περάσουν κάποια δευτερόλεπτα ικανά για να μας βιντεοσκοπήσει η κάμερα που μας σημάδευε πάνω από τα κεφάλια μας! Πάτησε λοιπόν πάλι η κυρία το κουμπί κι αφού περιμέναμε τον προγραμματισμένο χρόνο, άνοιξε κι η άλλη πόρτα και επιτέλους μπήκαμε. Όσην ώρα όμως γινότανε αυτό, όλοι όσοι έστεκαν στην ουρά των ταμείων σκότωναν το χρόνο τους παρατηρώντας μας σαν εκθέματα μέσα στο γυάλινο βιτρινάκι κι είχανε ένα αχνό χαμόγελο στα χείλια!
Ρε τι πάθαμε με τις πόρτες ασφαλείας! Πού; Στη Χίο. Στην πόλη όπου οι μισοί πάνε στην Tράπεζα δίχως ταυτότητα λόγω του ότι είναι γνωστοί τους οι υπάλληλοι και τους δίνουν λεφτά ακόμα κι αν ξεχάσουν το βιβλιάριο! Απίστευτα πράγματα.
Να μου πεις, κι άμα σπάσει ο διάολος το ποδάρι του κι έρθει καμιά μέρα ένας ληστής τι θα γίνει;
Μα είμαστε με τα καλά μας; Τι χρειάζεται η χρονοκαθυστέρηση στην είσοδο-έξοδο της Τράπεζας αφού υπάρχει μόνιμη χρονοκαθυστέρηση στην είσοδο-έξοδο του νησιού; Γύρω γύρω θάλασσα κι οι πύλες μετρημένες. Κι όμως βάλαμε και πόρτα ασφαλείας, τρομάρα μας.
Αυτά συμβαίνουνε στη μικρή μας πόλη, την συγχρονισμένη μόνο σε χρονοκαθυστερήσεις.
Υ.Γ. (το οποίο μού μετέφεραν)
Κατά τις μέρες των εορτών μπήκε στην Τράπεζα μετά κόπων και βασάνων ένας κύριος φορτωμένος με δώρα και σακούλες. Μόλις τα κατάφερε να πατήσει εντός του καταστήματος αναφώνησε εκνευρισμένος "άμα πάρει καμιά φωτιά, να σας δω πώς θα βγείτε έξω με τις μαλακίες που κάνετε!!"
Και ο υπάλληλος από το γκισέ πειραγμένος: "Έχει και παράθυρα κύριε"
Πάω λοιπόν ν' ανοίξω την πόρτα για να μπω στο υποκατάστημα και βλέπω ότι είναι αδύνατον να τα καταφέρω. Να τραβάω από δω, να σπρώχνω από κει, τίποτα. Οι απομέσα γελούσανε και όλο κάτι μου γνέφανε που δεν καταλάβαινα. Σε μια στιγμή είπα Γιάννη περίμενε να έρθει καμιά γριά για τη σύνταξη, να σου ανοίξει να μπεις μαζί της. Κι έτσι έγινε. Σε ένα λεπτό έρχεται σινάμενη κουνάμενη μια κυρία, πατάει σαν να το είχε και στο σπίτι της το κουμπάκι με το κόκκινο δαχτυλίδι, γίνεται το δαχτυλίδι πράσινο κι ανοίγει η πόρτα. Χώνομαι κι εγώ από πίσω της. Ξαφνικά βρεθήκαμε, μπρος εκείνη πίσω εγώ, μέσα σ' ένα γυάλινο προθάλαμο της Τράπεζας με την πόρτα πίσω μας να κλείνει και την πόρτα μπρος μας να μην ανοίγει αν δεν περάσουν κάποια δευτερόλεπτα ικανά για να μας βιντεοσκοπήσει η κάμερα που μας σημάδευε πάνω από τα κεφάλια μας! Πάτησε λοιπόν πάλι η κυρία το κουμπί κι αφού περιμέναμε τον προγραμματισμένο χρόνο, άνοιξε κι η άλλη πόρτα και επιτέλους μπήκαμε. Όσην ώρα όμως γινότανε αυτό, όλοι όσοι έστεκαν στην ουρά των ταμείων σκότωναν το χρόνο τους παρατηρώντας μας σαν εκθέματα μέσα στο γυάλινο βιτρινάκι κι είχανε ένα αχνό χαμόγελο στα χείλια!
Ρε τι πάθαμε με τις πόρτες ασφαλείας! Πού; Στη Χίο. Στην πόλη όπου οι μισοί πάνε στην Tράπεζα δίχως ταυτότητα λόγω του ότι είναι γνωστοί τους οι υπάλληλοι και τους δίνουν λεφτά ακόμα κι αν ξεχάσουν το βιβλιάριο! Απίστευτα πράγματα.
Να μου πεις, κι άμα σπάσει ο διάολος το ποδάρι του κι έρθει καμιά μέρα ένας ληστής τι θα γίνει;
Μα είμαστε με τα καλά μας; Τι χρειάζεται η χρονοκαθυστέρηση στην είσοδο-έξοδο της Τράπεζας αφού υπάρχει μόνιμη χρονοκαθυστέρηση στην είσοδο-έξοδο του νησιού; Γύρω γύρω θάλασσα κι οι πύλες μετρημένες. Κι όμως βάλαμε και πόρτα ασφαλείας, τρομάρα μας.
Αυτά συμβαίνουνε στη μικρή μας πόλη, την συγχρονισμένη μόνο σε χρονοκαθυστερήσεις.
Υ.Γ. (το οποίο μού μετέφεραν)
Κατά τις μέρες των εορτών μπήκε στην Τράπεζα μετά κόπων και βασάνων ένας κύριος φορτωμένος με δώρα και σακούλες. Μόλις τα κατάφερε να πατήσει εντός του καταστήματος αναφώνησε εκνευρισμένος "άμα πάρει καμιά φωτιά, να σας δω πώς θα βγείτε έξω με τις μαλακίες που κάνετε!!"
Και ο υπάλληλος από το γκισέ πειραγμένος: "Έχει και παράθυρα κύριε"
Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2010
Εισακουστήκαμε!

Δεν πρόλαβε να κρεμαστεί εδώ η προηγούμενη ανάρτηση όπου ζητούσαμε να μας έρθει από Τουρκία μεριά και κάνα αϊράν και νάτο κατέφθασε αμέσως στην παραλία μας. Ταξίδεψε όμως αρκετές μέρες ως φαίνεται στο πέλαγος και έφτασε ληγμένο!
Πάλι από τον Γιάννη Κωσταρή η φωτογραφία και η λεζάντα της:
"Εκτός από τις μπύρες EFES πλήθος καταναλωτικών προϊόντων έφτασαν τις προηγούμενες μέρες στις ακτές τις νοτιοανατολικής χίου από τις απέναντι ακτές. Αyran, φυσικοί χυμοί, φρέσκο γιαούρτι, νερό, αυθεντικό αιγυπτιακό ταχίνι, ακριβά αγγλικά τσιγάρα και πολλά άλλα. Επιτέλους ελεύθερη διακίνηση αγαθών! Όμως προσοχή γιατί το ayran είναι ληγμένο"
περισσότερες φωτογραφίες στο fotamag.blogspot.com
Η μετάφραση του παραπάνω κειμένου στα τουρκικα έγινε από την Sebnem Arslan:
SESİMİZİ DUYDULAR!
Türkiye'den bize bir ayran gelse bari diye sohbet konusu ettiğimiz metni henüz blog sayfasına yüklemiştik ki işte sahillerimize hemen gelmiş bile! Ancak, buraya varıncaya kadar belli ki çok uzun bir yolculuk yapmış çünkü son kullanma tarihi geçmiş!
Yine Yannis Kostaris'in notuyla geldi fotoğraf:"EFES dışında, diğer tüketim ürünleri de geçtiğimiz günlerde karşı kıyılardan Sakız Adası'nın güneydoğu sahillerini doldurdular. Ayran, doğal meyve suyu, taze yoğurt, su, hakiki Mısır tahini, pahalı İngiliz sigaraları ve daha bir çok şey! Nihayet ürünlerin piyasaya sürümü serbet bırakıldı! Ama ayrana dikkat edin çünkü son kullanma tarihi geçmiş."
Daha fazla fotoğraf için: fotomag.blogspot.com
Δημοσιεύθηκε στο Κοντέινερ της Ελευθεροτυπίας 4-1-10
Παραμονές πρωτοχρονιάς, ήμουνα στον Σπόρο, το κατάστημα «δίκαιου εμπορίου» στα Εξάρχεια και αγόραζα ημερολόγια των Ζαπατίστας, ενίσχυα δηλαδή με τον οβολό μου τους ιθαγενείς της Τσιάπας, οι οποίοι επί χρόνια καταδυναστεύονταν από τους μετοίκους που κατέκτησαν τα εδάφη τους και μια άλλη πρωτοχρονιά πριν δεκαέξι χρόνια εξεγέρθηκαν και ζουν ακόμα εξεγερμένοι, όταν χτύπησε το κινητό μου και άκουσα έναν φίλο μου δημοσιογράφο να μου προτείνει το θέμα «μετανάστες και οικονομία» για το πρώτο φύλλο της νέας χρονιάς στην εφημερίδα "Δημοκρατική" της Χίου.
Σημαδιακό, δεν μπορείτε να πείτε.
Κάποτε λοιπόν οι ιθαγενείς δεχόντουσαν τη βία τυχοδιωκτών μεταναστών – κατακτητών ή αποικιοκρατών που ψάχνανε για άλλες πατρίδες, παρθένες, για να απομυζήσουνε τους φυσικούς τους πόρους. Σήμερα, που ο πλανήτης είναι πλέον κορεσμένος και οδεύει προς την εξάντληση λόγω της υπερεκμετάλλευσης που υπέστη από όλους αυτούς τους μετανάστες – κατακτητές – αποικιοκράτες, οι πρώην φτωχοί ιθαγενείς μετατρέπονται οι ίδιοι σε μετανάστες, δίχως να έχουν όμως τη δύναμη να γίνουν και κατακτητές ή αποικιοκράτες. Έτσι, με χίλιους δυο τρόπους προσπαθούν να εισβάλουν στα μέρη των πρώην εκμεταλλευτών τους, οι οποίοι μετατρέπονται πλέον σε ιθαγενείς και νιώθουνε να απειλείται η ευζωία που με τόσους κόπους κατακτήσανε μιας και οι πρώην ιθαγενείς απαιτούν από τους νυν το μερδικό που τους ανήκει.
Δίκαια πράγματα. Γι’ αυτό και δύσκολα. Είναι το «εδώ πληρώνονται όλα» που λέει ο λαός, για να μιλήσουμε επιτέλους με όρους οικονομικούς μιας και το απαιτεί το θέμα μας.
Όταν λοιπόν το ένα τρίτο του πληθυσμού της γης ζει επί εκατοντάδες χρόνια εις βάρος των υπολοίπων, όταν αυτοί οι λίγοι ανεπτυγμένοι οδηγούν τις εξελίξεις φτιάχνοντας κοινωνίες όχι πλέον εξαρτημένες αλλά ταυτισμένες με τους οικονομικούς όρους, όταν αυτοί οι ίδιοι λιγοστοί αναπτύσσουν τεχνολογίες θαυμαστές που μπορούν να κάνουν όλη τη γη μια γειτονιά, όταν υποστηρίζουν με σθένος την παγκοσμιοποίηση, είναι τουλάχιστον υποκριτικό να ξεχνούν πως η γειτονιά εμπεριέχει και τους άλλους, που έχουνε κι αυτοί δικαίωμα στο ευ ζην.
Οι σύγχρονοι μετανάστες, «λαθρομετανάστες», πρόσφυγες είναι οι ερινύες που έρχονται να μας θυμίσουνε ότι χρωστάμε, για να μιλήσουμε και πάλι με όρους οικονομικούς μιας και το θέμα είναι τέτοιο.
Ο σύγχρονος μετανάστης είναι ο δοσάς που έρχεται και μας χτυπάει την πόρτα αγανακτισμένος όχι μόνο επειδή τον έχουμε φεσώσει προ καιρού αλλά προπάντων επειδή του τα πήραμε βίαια. Κι εμείς οι ιθαγενείς που έχουμε φάει ήδη όχι μόνο το κεφάλαιο που δανειστήκαμε αλλά και τα κέρδη από την επένδυσή του, αμπαρωνόμαστε στη θέα των δοσάδων, λέμε πως τα οικονομικά μας δεν αντέχουνε για όλους, βολεύουμε όσους μπορούμε από δαύτους για να απαλλαγούμε κι εμείς από εργασίες κοπιώδεις και αταίριαστες πλέον με το προφίλ μας, μα οι δοσάδες δε σταματάνε να ’ρχονται, τόσο πολλά είναι τα χρέη μας, όλο καινούριοι καταφτάνουνε και απαιτούνε, κι εμείς δεν ξέρουμε πια πώς να τους αποφύγουμε, ούτε να κάνουμε ό,τι έκανε ο Πρίγκιπας του Κασόλα μπορούμε, να σκηνοθετήσουμε δηλαδή το θάνατό μας μπας και φύγουνε άπρακτοι, σκεπτόμενοι ότι ουκ αν λάβεις παρά του μη έχοντος. Έτσι, αρχίζουμε να αντιδρούμε βίαια όπως κάθε στριμωγμένος οφειλέτης, τους βρίζουμε, τους απειλούμε, πολλές φορές τους σκοτώνουμε κιόλας, συστήνουμε ομάδες συνοριοφυλάκων, διακρατικές περιπολίες Frontex και ενισχύουμε τους μηχανισμούς της φύλαξής μας μπας και τους κρατήσουμε σε απόσταση αλλά βαστιέται μακριά από το δίκιο του ο αδικημένος, δε βαστιέται. Ίσως να καθυστερεί αλλά δεν παραιτείται, έτσι κι αλλιώς έχει κηρύξει πτώχευση προ πολλού κι ό,τι οικονομήσει κέρδος είναι…
Σημαδιακό, δεν μπορείτε να πείτε.
Κάποτε λοιπόν οι ιθαγενείς δεχόντουσαν τη βία τυχοδιωκτών μεταναστών – κατακτητών ή αποικιοκρατών που ψάχνανε για άλλες πατρίδες, παρθένες, για να απομυζήσουνε τους φυσικούς τους πόρους. Σήμερα, που ο πλανήτης είναι πλέον κορεσμένος και οδεύει προς την εξάντληση λόγω της υπερεκμετάλλευσης που υπέστη από όλους αυτούς τους μετανάστες – κατακτητές – αποικιοκράτες, οι πρώην φτωχοί ιθαγενείς μετατρέπονται οι ίδιοι σε μετανάστες, δίχως να έχουν όμως τη δύναμη να γίνουν και κατακτητές ή αποικιοκράτες. Έτσι, με χίλιους δυο τρόπους προσπαθούν να εισβάλουν στα μέρη των πρώην εκμεταλλευτών τους, οι οποίοι μετατρέπονται πλέον σε ιθαγενείς και νιώθουνε να απειλείται η ευζωία που με τόσους κόπους κατακτήσανε μιας και οι πρώην ιθαγενείς απαιτούν από τους νυν το μερδικό που τους ανήκει.
Δίκαια πράγματα. Γι’ αυτό και δύσκολα. Είναι το «εδώ πληρώνονται όλα» που λέει ο λαός, για να μιλήσουμε επιτέλους με όρους οικονομικούς μιας και το απαιτεί το θέμα μας.
Όταν λοιπόν το ένα τρίτο του πληθυσμού της γης ζει επί εκατοντάδες χρόνια εις βάρος των υπολοίπων, όταν αυτοί οι λίγοι ανεπτυγμένοι οδηγούν τις εξελίξεις φτιάχνοντας κοινωνίες όχι πλέον εξαρτημένες αλλά ταυτισμένες με τους οικονομικούς όρους, όταν αυτοί οι ίδιοι λιγοστοί αναπτύσσουν τεχνολογίες θαυμαστές που μπορούν να κάνουν όλη τη γη μια γειτονιά, όταν υποστηρίζουν με σθένος την παγκοσμιοποίηση, είναι τουλάχιστον υποκριτικό να ξεχνούν πως η γειτονιά εμπεριέχει και τους άλλους, που έχουνε κι αυτοί δικαίωμα στο ευ ζην.
Οι σύγχρονοι μετανάστες, «λαθρομετανάστες», πρόσφυγες είναι οι ερινύες που έρχονται να μας θυμίσουνε ότι χρωστάμε, για να μιλήσουμε και πάλι με όρους οικονομικούς μιας και το θέμα είναι τέτοιο.
Ο σύγχρονος μετανάστης είναι ο δοσάς που έρχεται και μας χτυπάει την πόρτα αγανακτισμένος όχι μόνο επειδή τον έχουμε φεσώσει προ καιρού αλλά προπάντων επειδή του τα πήραμε βίαια. Κι εμείς οι ιθαγενείς που έχουμε φάει ήδη όχι μόνο το κεφάλαιο που δανειστήκαμε αλλά και τα κέρδη από την επένδυσή του, αμπαρωνόμαστε στη θέα των δοσάδων, λέμε πως τα οικονομικά μας δεν αντέχουνε για όλους, βολεύουμε όσους μπορούμε από δαύτους για να απαλλαγούμε κι εμείς από εργασίες κοπιώδεις και αταίριαστες πλέον με το προφίλ μας, μα οι δοσάδες δε σταματάνε να ’ρχονται, τόσο πολλά είναι τα χρέη μας, όλο καινούριοι καταφτάνουνε και απαιτούνε, κι εμείς δεν ξέρουμε πια πώς να τους αποφύγουμε, ούτε να κάνουμε ό,τι έκανε ο Πρίγκιπας του Κασόλα μπορούμε, να σκηνοθετήσουμε δηλαδή το θάνατό μας μπας και φύγουνε άπρακτοι, σκεπτόμενοι ότι ουκ αν λάβεις παρά του μη έχοντος. Έτσι, αρχίζουμε να αντιδρούμε βίαια όπως κάθε στριμωγμένος οφειλέτης, τους βρίζουμε, τους απειλούμε, πολλές φορές τους σκοτώνουμε κιόλας, συστήνουμε ομάδες συνοριοφυλάκων, διακρατικές περιπολίες Frontex και ενισχύουμε τους μηχανισμούς της φύλαξής μας μπας και τους κρατήσουμε σε απόσταση αλλά βαστιέται μακριά από το δίκιο του ο αδικημένος, δε βαστιέται. Ίσως να καθυστερεί αλλά δεν παραιτείται, έτσι κι αλλιώς έχει κηρύξει πτώχευση προ πολλού κι ό,τι οικονομήσει κέρδος είναι…
Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2010
Συνέντευξη στην Κυριακάτικη Καθημερινή 3-1-10
Μας περιτριγυρίζουν άπειροι συγγραφείς
Ο Γιάννης Μακριδάκης από την ακριτική Χίο, με τα δύο βιβλία του ταρακούνησε το 2009 την κεντρική σκηνή της λογοτεχνίας
Της Ολγας Σελλα
Ομολογεί ότι την αφορμή να γράψει λογοτεχνία τού την έδωσε ένας φονιάς που έχει στοιχειώσει στους τοπικούς μύθους του νησιού του, ο Πέτικας. Ο Γιάννης Μακριδάκης γυρνούσε τα χωριά της Χίου για να συγκεντρώσει στοιχεία για την Ιστορία της Νεοελληνικής Χίου (1912-1940), στο πλαίσιο του Κέντρου Χιακών Μελετών που έχει ιδρύσει στο νησί του εδώ και 13 χρόνια. Το όνομα Πέτικας το είχε συναντήσει στις αποδελτιώσεις του τοπικού Τύπου. Σ’ ένα χωριό, κι ενώ συνομιλούσε μ’ έναν παππού, ακούστηκε ένας πυροβολισμός. «Ρε Πέτικα, με σπαζοχόλιασες», λέει ο παππούς σ’ έναν πιτσιρίκο, που έπαιζε μ’ ένα ψεύτικο όπλο. Τότε ο Γιάννης Μακριδάκης συνειδητοποίησε ότι το όνομα Πέτικας είχε γίνει ήδη παρατσούκλι. Κι άρχισε να ψάχνει καλύτερα την ιστορία αυτού του ανθρώπου. Κάπως έτσι βγήκε το πρώτο του λογοτεχνικό βιβλίο, «Ανάμισης ντενεκές», κι έκανε αμέσως αίσθηση, και όχι μόνο στη Χίο. Μετά όλα ήρθαν μόνα τους. Οι κριτικές, οι εκδηλώσεις, το δεύτερο βιβλίο του «Η δεξιά τσέπη του ράσου» (και τα δύο από τις εκδόσεις Εστία). Και έτσι απλά και ξαφνικά, δύο βιβλία από την περιφέρεια, που αντλούν τα θέματά τους από τα όρια του τόπου τους, άρχισαν να αφορούν και την κεντρική σκηνή της λογοτεχνίας. Το 2009, η γραφή του και τα βιβλία του συζητήθηκαν ευρύτερα. Γράφτηκαν κριτικές, ήταν υποψήφια για λογοτεχνικά βραβεία, παρουσιάστηκαν σε εκδηλώσεις σε όλη την Ελλάδα. Το 2009 ήταν σίγουρα η χρονιά του.
Μαθηματικός
Ο Γιάννης Μακριδάκης δεν είχε ποτέ σκοπό ν’ ασχοληθεί με τη λογοτεχνία. Σπούδασε μαθηματικά, αλλά ουδέποτε ασχολήθηκε με αριθμούς και λογάριθμους. Η ιστορία και η ανθρωπολογία τον γοήτευαν πάντα. Και ο τόπος του, η Χίος. Πριν από 13 χρόνια, το 1997, έφτιαξε στο νησί του ένα Κέντρο Μελετών, του έδωσε το όνομα Πελινναίο (το μεγαλύτερο βουνό της Χίου) και μαζί με άλλους νέους επιστήμονες καταγράφουν και μελετούν τα στοιχεία της σύγχρονης ιστορίας της Χίου. «Τα πρώτα χρόνια ήταν δύσκολα και φτωχά. Σιγά σιγά, με την αποδοχή του κόσμου και με τη βοήθεια Χίων της διασποράς που μας επιχορηγούν και μας στηρίζουν, μπορέσαμε να προχωρήσουμε. Κάνουμε το μεράκι μας, ζούμε όλοι εδώ στη Χίο, και αυτό το κάνουμε από την ψυχή μας». Ομως έγραφε πάντα, για τις ανάγκες των μελετών, των δημοσιεύσεων και του περιοδικού του Κέντρου. «Οταν λοιπόν καταπιάστηκε με την έρευνα του Πέτικα, είπα: Ρε Γιάννη, αφού μπορείς να γράψεις, γράψε και κάτι άλλο». Κι έτσι μπήκε στο χώρο της λογοτεχνίας με το ίδιο πάθος που καταπιάνεται με οτιδήποτε τον γοητεύει.
Μεγεθυντικός φακός
Τα θέματα των βιβλίων του, όπως και όλη του η ενέργεια και οι δραστηριότητες, σχετίζονται με τη Χίο. «Βάζω τον εαυτό μου να σκεφτεί αν θα έκανα τα ίδια πράγματα αν ζούσα κάπου αλλού. Απαντάω όχι. Αυτά όλα μού τα ενέπνευσε η Χίος. Αν είχα αναγκαστεί ή επιλέξει να ζήσω κάπου αλλού, θα ήμουν μαθηματικός. Εδώ, με το που ανοίγω τα μάτια μου κάθε πρωί, είναι από μόνο του μπροστά μου το ερέθισμα. Η φύση, οι απλοί άνθρωποι – αυτοί είναι οι λογοτέχνες, η λογοτεχνία μιλιέται. Μας περιτριγυρίζουν άπειροι λογοτέχνες που δεν έχουν γράψει ποτέ τίποτα και άπειροι συγγραφείς που δεν ξέρουν ν’ ακούνε», λέει με μια αμεσότητα που εκπλήσσει.
Παρ’ όλα αυτά δεν έχει ψευδαισθήσεις. «Η επαρχία είναι δύσκολη, είναι ένας μεγεθυντικός φακός. Ο, τι στην Αθήνα σε τσαντίζει, εδώ το βλέπεις μπροστά σου κάθε μέρα. Πολλές φορές έχω αναρωτηθεί: τι κάνω εδώ; Βγαίνω από το σπίτι μου και συγχύζομαι. Αλλά μετά έρχονται οι πρώτες λιακάδες του Μάρτη, βγαίνουν οι τουλίπες, αρχίζουν τα μπάνια. Δεν μπορώ να διανοηθώ τη ζωή μου με δεκαήμερες διακοπές στη θάλασσα. Μόνο δεκαήμερες διακοπές χωρίς θάλασσα μπορώ να σκεφτώ».
Η Σίσσυ και ο αρχιεπίσκοπος
Κι αν ο «Ανάμισης ντενεκές» γράφτηκε για έναν φονιά που έγινε θρύλος, «Η δεξιά τσέπη του ράσου» γράφτηκε μόνο και μόνο για την τοποθεσία όπου βρίσκεται το μοναστήρι όπου ζει ο μοναχός Βικέντιος. «Το έχω ζήσει στο πετσί μου αυτό το μέρος. Κάποια στιγμή αποφάσισα να γράψω κάτι γι’ αυτό το τοπίο κι άρχισα να πλάθω μια ιστορία μέσα στο κεφάλι μου για να υπάρχει η ραχοκοκαλιά των εικόνων. Εκείνες τις μέρες ακριβώς πέθανε ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος και μου ήρθε η ιδέα της αντιπαράθεσης με τη σκυλίτσα, τη Σίσσυ. Ηταν μια ιδέα στιγμιαία. Μόλις άκουσα την είδηση μου ήρθε στο μυαλό η πρώτη φράση του βιβλίου». Και πώς αισθάνεται που τώρα πια είναι αναγνωρίσιμος, διαβάζει κριτικές για τα βιβλία του, δίνει συνεντεύξεις... «Δεν είχα ασχοληθεί ποτέ με το χώρο, δεν διάβαζα κριτικές, δεν ήξερα τίποτα. Είναι σαν να μου λες βάλε υποψηφιότητα για βουλευτής. Στο πρώτο μου βιβλίο έστειλα τέσσερα αντίτυπα σε τέσσερις διαφορετικούς εκδότες στην Αθήνα. Μου τηλεφώνησε η Εύα Καραϊτίδου και μου είπε ότι είναι ένα πολύ καλό βιβλίο και θα το εκδώσει. Τότε γνώρισα και την κυρία Μάνια (Καραϊτίδου), και νιώθω μεγάλη τιμή. Εκείνη είναι ο άνθρωπος που άλλαξε τη ζωή μου», λέει, χωρίς ίχνος ψεύτικης ευγένειας.
Εμπνευση
Αυτά τα τρία τελευταία χρόνια έχει γοητευτεί απολύτως από τη λογοτεχνία και ασχολείται μόνο μ’ αυτό. Τόσο που όταν δεν έχει έμπνευση, παθαίνει κατάθλιψη, όπως λέει. «Γι’ αυτό αφιερώνω τα βιβλία στην κοπέλα μου. Γιατί με αντέχει όταν δεν έχω έμπνευση» Και συμπληρώνει πως, όταν γράφει, πάντα νιώθει ότι γράφει κάτι πολύ ωραίο. «Μετά αρχίζω να το αμφισβητώ. Μέχρι να πάρω από τους αναγνώστες τα πρώτα μηνύματα». Τα μηνύματα πάντως από τους αναγνώστες για τα δύο πρώτα βιβλία του ήταν ενθαρρυντικά: «Η δεξιά τσέπη του ράσου» είναι στην 7η χιλιάδα και ο «Ανάμισης ντενεκές» στην 6η χιλιάδα. Και ήδη έχει τελειώσει το επόμενο βιβλίο του που θα βγει μέσα στο 2010, ενώ από τις εκδόσεις Εστία θα κυκλοφορήσει και ένα βιβλίο με μαρτυρίες προσφύγων που έφυγαν προς τη Μέση Ανατολή στη διάρκεια του πολέμου, και με τίτλο «Συρματένιος». «Ηταν το πρώτο βιβλίο που έγραψα και είναι πολύ αγαπημένο μου», προσθέτει. Τον ρωτάω αν έχει αλλάξει η καθημερινότητά του από τότε που έγινε γνωστός και έξω από τη Χίο. «Οχι, απλώς έχω μετατοπίσει το κέντρο βάρους μου από μια τοπική γραφή σε μια πιο οικουμενική και έχω αρχίσει να ταξιδεύω και περισσότερο, γιατί έχω προσκλήσεις από βιβλιοπωλεία και σχολεία και μου αρέσει η επικοινωνία με τους αναγνώστες. Εκεί που δεν έφευγα καθόλου και ήμουνα παθιασμένος με τον τόπο και μονομανής, τώρα γνωρίζω κι άλλους ανθρώπους κι αυτό είναι σημαντικό». Χαίρεται πολύ, πάντως, που πολλοί επισκέπτονται τη Χίο επειδή έχουν διαβάσει πλέον τα βιβλία του. Και πιστεύει ότι δεν έχουν πάρει τα μυαλά του αέρα με την ξαφνική επιτυχία και ανατροπή της καθημερινότητάς του: «Το μόνο που νιώθω από τη δημοσιότητα, επειδή έχει γίνει αναγνωρίσιμο το όνομά μου, είναι ότι μπορώ πιο εύκολα να παρεμβαίνω και να λέω την άποψή μου, ενώ παλιά μπορεί να μην ακουγόταν. Κι αυτό με ικανοποιεί. Δεν μ’ ενδιαφέρει κάτι άλλο και αν με ενδιέφερε θα ήμουν στην Αθήνα να το κυνηγάω. Αλλωστε, δεν έχω απομυθοποιήσει την έννοια του συγγραφέα. Νομίζω ότι ο συγγραφέας είναι ένας τίτλος τιμής που αποδίδεται στο τέλος του έργου σου».
Ο Γιάννης Μακριδάκης από την ακριτική Χίο, με τα δύο βιβλία του ταρακούνησε το 2009 την κεντρική σκηνή της λογοτεχνίας
Της Ολγας Σελλα
Ομολογεί ότι την αφορμή να γράψει λογοτεχνία τού την έδωσε ένας φονιάς που έχει στοιχειώσει στους τοπικούς μύθους του νησιού του, ο Πέτικας. Ο Γιάννης Μακριδάκης γυρνούσε τα χωριά της Χίου για να συγκεντρώσει στοιχεία για την Ιστορία της Νεοελληνικής Χίου (1912-1940), στο πλαίσιο του Κέντρου Χιακών Μελετών που έχει ιδρύσει στο νησί του εδώ και 13 χρόνια. Το όνομα Πέτικας το είχε συναντήσει στις αποδελτιώσεις του τοπικού Τύπου. Σ’ ένα χωριό, κι ενώ συνομιλούσε μ’ έναν παππού, ακούστηκε ένας πυροβολισμός. «Ρε Πέτικα, με σπαζοχόλιασες», λέει ο παππούς σ’ έναν πιτσιρίκο, που έπαιζε μ’ ένα ψεύτικο όπλο. Τότε ο Γιάννης Μακριδάκης συνειδητοποίησε ότι το όνομα Πέτικας είχε γίνει ήδη παρατσούκλι. Κι άρχισε να ψάχνει καλύτερα την ιστορία αυτού του ανθρώπου. Κάπως έτσι βγήκε το πρώτο του λογοτεχνικό βιβλίο, «Ανάμισης ντενεκές», κι έκανε αμέσως αίσθηση, και όχι μόνο στη Χίο. Μετά όλα ήρθαν μόνα τους. Οι κριτικές, οι εκδηλώσεις, το δεύτερο βιβλίο του «Η δεξιά τσέπη του ράσου» (και τα δύο από τις εκδόσεις Εστία). Και έτσι απλά και ξαφνικά, δύο βιβλία από την περιφέρεια, που αντλούν τα θέματά τους από τα όρια του τόπου τους, άρχισαν να αφορούν και την κεντρική σκηνή της λογοτεχνίας. Το 2009, η γραφή του και τα βιβλία του συζητήθηκαν ευρύτερα. Γράφτηκαν κριτικές, ήταν υποψήφια για λογοτεχνικά βραβεία, παρουσιάστηκαν σε εκδηλώσεις σε όλη την Ελλάδα. Το 2009 ήταν σίγουρα η χρονιά του.
Μαθηματικός
Ο Γιάννης Μακριδάκης δεν είχε ποτέ σκοπό ν’ ασχοληθεί με τη λογοτεχνία. Σπούδασε μαθηματικά, αλλά ουδέποτε ασχολήθηκε με αριθμούς και λογάριθμους. Η ιστορία και η ανθρωπολογία τον γοήτευαν πάντα. Και ο τόπος του, η Χίος. Πριν από 13 χρόνια, το 1997, έφτιαξε στο νησί του ένα Κέντρο Μελετών, του έδωσε το όνομα Πελινναίο (το μεγαλύτερο βουνό της Χίου) και μαζί με άλλους νέους επιστήμονες καταγράφουν και μελετούν τα στοιχεία της σύγχρονης ιστορίας της Χίου. «Τα πρώτα χρόνια ήταν δύσκολα και φτωχά. Σιγά σιγά, με την αποδοχή του κόσμου και με τη βοήθεια Χίων της διασποράς που μας επιχορηγούν και μας στηρίζουν, μπορέσαμε να προχωρήσουμε. Κάνουμε το μεράκι μας, ζούμε όλοι εδώ στη Χίο, και αυτό το κάνουμε από την ψυχή μας». Ομως έγραφε πάντα, για τις ανάγκες των μελετών, των δημοσιεύσεων και του περιοδικού του Κέντρου. «Οταν λοιπόν καταπιάστηκε με την έρευνα του Πέτικα, είπα: Ρε Γιάννη, αφού μπορείς να γράψεις, γράψε και κάτι άλλο». Κι έτσι μπήκε στο χώρο της λογοτεχνίας με το ίδιο πάθος που καταπιάνεται με οτιδήποτε τον γοητεύει.
Μεγεθυντικός φακός
Τα θέματα των βιβλίων του, όπως και όλη του η ενέργεια και οι δραστηριότητες, σχετίζονται με τη Χίο. «Βάζω τον εαυτό μου να σκεφτεί αν θα έκανα τα ίδια πράγματα αν ζούσα κάπου αλλού. Απαντάω όχι. Αυτά όλα μού τα ενέπνευσε η Χίος. Αν είχα αναγκαστεί ή επιλέξει να ζήσω κάπου αλλού, θα ήμουν μαθηματικός. Εδώ, με το που ανοίγω τα μάτια μου κάθε πρωί, είναι από μόνο του μπροστά μου το ερέθισμα. Η φύση, οι απλοί άνθρωποι – αυτοί είναι οι λογοτέχνες, η λογοτεχνία μιλιέται. Μας περιτριγυρίζουν άπειροι λογοτέχνες που δεν έχουν γράψει ποτέ τίποτα και άπειροι συγγραφείς που δεν ξέρουν ν’ ακούνε», λέει με μια αμεσότητα που εκπλήσσει.
Παρ’ όλα αυτά δεν έχει ψευδαισθήσεις. «Η επαρχία είναι δύσκολη, είναι ένας μεγεθυντικός φακός. Ο, τι στην Αθήνα σε τσαντίζει, εδώ το βλέπεις μπροστά σου κάθε μέρα. Πολλές φορές έχω αναρωτηθεί: τι κάνω εδώ; Βγαίνω από το σπίτι μου και συγχύζομαι. Αλλά μετά έρχονται οι πρώτες λιακάδες του Μάρτη, βγαίνουν οι τουλίπες, αρχίζουν τα μπάνια. Δεν μπορώ να διανοηθώ τη ζωή μου με δεκαήμερες διακοπές στη θάλασσα. Μόνο δεκαήμερες διακοπές χωρίς θάλασσα μπορώ να σκεφτώ».
Η Σίσσυ και ο αρχιεπίσκοπος
Κι αν ο «Ανάμισης ντενεκές» γράφτηκε για έναν φονιά που έγινε θρύλος, «Η δεξιά τσέπη του ράσου» γράφτηκε μόνο και μόνο για την τοποθεσία όπου βρίσκεται το μοναστήρι όπου ζει ο μοναχός Βικέντιος. «Το έχω ζήσει στο πετσί μου αυτό το μέρος. Κάποια στιγμή αποφάσισα να γράψω κάτι γι’ αυτό το τοπίο κι άρχισα να πλάθω μια ιστορία μέσα στο κεφάλι μου για να υπάρχει η ραχοκοκαλιά των εικόνων. Εκείνες τις μέρες ακριβώς πέθανε ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος και μου ήρθε η ιδέα της αντιπαράθεσης με τη σκυλίτσα, τη Σίσσυ. Ηταν μια ιδέα στιγμιαία. Μόλις άκουσα την είδηση μου ήρθε στο μυαλό η πρώτη φράση του βιβλίου». Και πώς αισθάνεται που τώρα πια είναι αναγνωρίσιμος, διαβάζει κριτικές για τα βιβλία του, δίνει συνεντεύξεις... «Δεν είχα ασχοληθεί ποτέ με το χώρο, δεν διάβαζα κριτικές, δεν ήξερα τίποτα. Είναι σαν να μου λες βάλε υποψηφιότητα για βουλευτής. Στο πρώτο μου βιβλίο έστειλα τέσσερα αντίτυπα σε τέσσερις διαφορετικούς εκδότες στην Αθήνα. Μου τηλεφώνησε η Εύα Καραϊτίδου και μου είπε ότι είναι ένα πολύ καλό βιβλίο και θα το εκδώσει. Τότε γνώρισα και την κυρία Μάνια (Καραϊτίδου), και νιώθω μεγάλη τιμή. Εκείνη είναι ο άνθρωπος που άλλαξε τη ζωή μου», λέει, χωρίς ίχνος ψεύτικης ευγένειας.
Εμπνευση
Αυτά τα τρία τελευταία χρόνια έχει γοητευτεί απολύτως από τη λογοτεχνία και ασχολείται μόνο μ’ αυτό. Τόσο που όταν δεν έχει έμπνευση, παθαίνει κατάθλιψη, όπως λέει. «Γι’ αυτό αφιερώνω τα βιβλία στην κοπέλα μου. Γιατί με αντέχει όταν δεν έχω έμπνευση» Και συμπληρώνει πως, όταν γράφει, πάντα νιώθει ότι γράφει κάτι πολύ ωραίο. «Μετά αρχίζω να το αμφισβητώ. Μέχρι να πάρω από τους αναγνώστες τα πρώτα μηνύματα». Τα μηνύματα πάντως από τους αναγνώστες για τα δύο πρώτα βιβλία του ήταν ενθαρρυντικά: «Η δεξιά τσέπη του ράσου» είναι στην 7η χιλιάδα και ο «Ανάμισης ντενεκές» στην 6η χιλιάδα. Και ήδη έχει τελειώσει το επόμενο βιβλίο του που θα βγει μέσα στο 2010, ενώ από τις εκδόσεις Εστία θα κυκλοφορήσει και ένα βιβλίο με μαρτυρίες προσφύγων που έφυγαν προς τη Μέση Ανατολή στη διάρκεια του πολέμου, και με τίτλο «Συρματένιος». «Ηταν το πρώτο βιβλίο που έγραψα και είναι πολύ αγαπημένο μου», προσθέτει. Τον ρωτάω αν έχει αλλάξει η καθημερινότητά του από τότε που έγινε γνωστός και έξω από τη Χίο. «Οχι, απλώς έχω μετατοπίσει το κέντρο βάρους μου από μια τοπική γραφή σε μια πιο οικουμενική και έχω αρχίσει να ταξιδεύω και περισσότερο, γιατί έχω προσκλήσεις από βιβλιοπωλεία και σχολεία και μου αρέσει η επικοινωνία με τους αναγνώστες. Εκεί που δεν έφευγα καθόλου και ήμουνα παθιασμένος με τον τόπο και μονομανής, τώρα γνωρίζω κι άλλους ανθρώπους κι αυτό είναι σημαντικό». Χαίρεται πολύ, πάντως, που πολλοί επισκέπτονται τη Χίο επειδή έχουν διαβάσει πλέον τα βιβλία του. Και πιστεύει ότι δεν έχουν πάρει τα μυαλά του αέρα με την ξαφνική επιτυχία και ανατροπή της καθημερινότητάς του: «Το μόνο που νιώθω από τη δημοσιότητα, επειδή έχει γίνει αναγνωρίσιμο το όνομά μου, είναι ότι μπορώ πιο εύκολα να παρεμβαίνω και να λέω την άποψή μου, ενώ παλιά μπορεί να μην ακουγόταν. Κι αυτό με ικανοποιεί. Δεν μ’ ενδιαφέρει κάτι άλλο και αν με ενδιέφερε θα ήμουν στην Αθήνα να το κυνηγάω. Αλλωστε, δεν έχω απομυθοποιήσει την έννοια του συγγραφέα. Νομίζω ότι ο συγγραφέας είναι ένας τίτλος τιμής που αποδίδεται στο τέλος του έργου σου».
Ποδαρικό από Απέναντι

Τη φωτογραφία μού έστειλε ο φίλος Γιάννης Κωσταρής με τη λεζάντα: "επιτέλους άνοιξαν τα σύνορα και επιτρέπεται η ελεύθερη διακίνηση προϊόντων από την Τουρκία στη Χίο! Το πρώτο κιβώτιο της ονομαστής τουρκικής μπύρας Efes Pilsen ξεβράστηκε με τους νοτιάδες στην παραλία της Κώμης".
Μόνο που ήρθε άδειο!
Με το καλο να μας έρθει και κάνα ρακί, κάνα αϊράν, κανένα σαλεπάκι για το χειμώνα. Πάντως για ποδαρικό στο 2010 καλή είναι και η μπυρίτσα!
Μετάφραση του παραπάνω κειμένου από την: Sebnem Arslan
Bu fotoğrafı “Nihayet Türk ürünlerinin Sakız Adası'na serbest dağıtımı için sınırları açtılar! Meşhur Türk birası Efes Pilsen'in boş kasası, güney rüzgarlarıyla Komi'nin sahiline vurdu!”alt yazısıyla arkadaşım Yannis Kostaris bana yolladı.
Ama boş!
Hayırlısıyla, biraz rakı, ayran, kış için de salep gelse bize bari.
Ama, yine de 2010'un siftahı için bira da fena değil!
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)